Από το Blogger.
Είδαμε τη θεατρική παράσταση «Άγουρα Κεράσια» στο Πνευματικό Κέντρο Αλεξανδρούπολης.
Η παράσταση «Άγουρα Κεράσια» του Μιχαήλ Άνθη αποτελεί το τελευταίο σκηνοθετικό έργο του Μανούσου Μανουσάκη. Το έργο έκανε την πρεμιέρα του το 2021 και έκτοτε διαγράφει μια επιτυχημένη πορεία σε όλη την Ελλάδα, συγκεντρώνοντας θετικά σχόλια από κοινό και κριτικούς. Επί σκηνής, το πρωταγωνιστικό δίδυμο των Τάνιας Τρύπη και Κωνσταντίνου Καζάκου πλαισιώνεται από τη φωνή της Τζένης Καζάκου, προσδίδοντας στο εγχείρημα μια αίσθηση οικογενειακής και καλλιτεχνικής συνέχειας.
Το κεντρικό ερώτημα που θέτει η παράσταση αφορά το χάσμα ανάμεσα στη φαινομενική οικογενειακή ευτυχία και την οδυνηρή πραγματικότητα που συχνά υποβόσκει πίσω από κλειστές πόρτες. Η ιστορία διαδραματίζεται σε μια γωνιά της ελληνικής επαρχίας, όπου ο Στάθης, ένας φιλόδοξος γιατρός και κομματικό στέλεχος, και η Φανή, μια πρώην μάνατζερ που εγκατέλειψε την καριέρα της για χάρη της οικογένειας, συντηρούν την εικόνα ενός ιδανικού βίου. Ωστόσο, η εύθραυστη αυτή ισορροπία κλονίζεται από τη συμπεριφορά της 15χρονης κόρης τους, Μαρίας. Η έφηβη κοπέλα, βυθισμένη στην απομόνωση και την εσωστρέφεια, αναζητά διέξοδο στη μελέτη του βιολιού, ενώ οι γονείς της αδυνατούν να ερμηνεύσουν τις αντιδράσεις της, χαρακτηρίζοντάς τις απλώς «αψυχολόγητες». Μέσα σε ένα περιβάλλον γεμάτο από τις ματαιώσεις της μητέρας, την αυστηρότητα του πατέρα και τους διαρκείς καβγάδες, το παιδί μετατρέπεται στον σιωπηλό αποδέκτη μιας συντριπτικής σύγκρουσης.
Ιδιαίτερο σκηνοθετικό και δραματουργικό ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η Μαρία δεν εμφανίζεται ποτέ επί σκηνής. Η παρουσία της είναι αμιγώς ηχητική, με την Τζένη Καζάκου να δανείζει τη φωνή της στον χαρακτήρα. Μέσα από ποιήματα και λόγια που μοιάζουν με κραυγή αγωνίας, η φωνή της Μαρίας λειτουργεί ως καθρέφτης των γονιών της, καλώντας τους –έστω και την υστάτη στιγμή– να την «ακούσουν» πραγματικά. Το έργο θέτει το αμείλικτο ερώτημα: σε αυτή την αιώνια πάλη των ζευγαριών, ποιος είναι τελικά ο θύτης και ποιο το θύμα;.
Η σκηνοθετική ματιά του Μανούσου Μανουσάκη αναδεικνύει με ακρίβεια το καλογραμμένο και συχνά ποιητικό κείμενο του Μιχαήλ Άνθη. Η σκηνοθεσία εστιάζει στην ουσία της ιστορίας, αποφεύγοντας τις υπερβολές και δίνοντας βάρος στο πώς νιώθουν και πώς εξελίσσονται οι ήρωες πάνω στη σκηνή. Τα σκηνικά της Μαρίας Καραθάνου —ένα σαλόνι με ένα γραφείο— λειτουργούν αποτελεσματικά, οριοθετώντας τον ασφυκτικό μικρόκοσμο της οικογένειας, ενώ οι ενδυματολογικές επιλογές εναρμονίζονται πλήρως με το ύφος της παράστασης.
Ερμηνευτικά, η Τάνια Τρύπη και ο Κωνσταντίνος Καζάκος είναι πολύ καλοί. Η χημεία τους επί σκηνής αποτελεί τον βασικό μοχλό της παράστασης, καθώς καταφέρνουν να μεταδώσουν στο κοινό τα βαθύτερα νοήματα και τις εσωτερικές συγκρούσεις των χαρακτήρων τους με φυσικότητα.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στην σκηνοθετική επιλογή της ζωντανής μουσικής. Ο Σταύρος Παργινός, παρών επί σκηνής, προσδίδει μια σπάνια συναισθηματική ένταση. Οι ήχοι του τσέλου που παρεμβάλλονται ανάμεσα στις σκηνές —συχνά με τέτοια ένταση που μοιάζουν να «καλύπτουν» τις φωνές των ηθοποιών— λειτουργούν ως η ηχητική απόδοση του πόνου και της εσωτερικής κραυγής της έφηβης κόρης, δημιουργώντας μια βαθιά συγκινητική ατμόσφαιρα.
Εν κατακλείδι τα «Άγουρα Κεράσια» είναι ένα έργο που θίγονται καίρια κοινωνικά ζητήματα που ταλανίζουν τη σύγχρονη εποχή, όπως η ενδοοικογενειακή βία και η πλήρης έλλειψη ουσιαστικής επικοινωνίας μέσα στον οικογενειακό πυρήνα. Παράλληλα η παράσταση αναδεικνύει με συγκλονιστικό τρόπο τη «δύναμη της σιωπής», επιβεβαιώνοντας τη φράση του έργου πως «η σιωπή κάνει τον πιο επικίνδυνο θόρυβο». Πρόκειται για μια βαθιά ανθρώπινη ιστορία που δεν αφήνει τον θεατή αμέτοχο, αλλά τον καλεί να αναλογιστεί τις δικές του ευθύνες απέναντι σε μια κοινωνία που συχνά νοσεί πίσω από την εικόνα της τέλειας βιτρίνας.
ΠΛΟΚΗ: Στάθης και Φανή ζουν την φαινομενικά ήσυχη σχέση τους σε κάποια γωνιά της ελληνικής επαρχίας. Εκείνος γιατρός και πολλά υποσχόμενο κομματικό στέλεχος, εκείνη manager development σε πρόωρη απόσυρση, προκειμένου να αφοσιωθεί στην οικογένειά της και στην 15χρονη κόρη τους Μαρία. Πίσω, όμως, απ' την ειδυλλιακή ησυχία, ένα τέρας καραδοκεί. Η Μαρία φέρεται αψυχολόγητα, λείπει απ' το σπίτι τις πιο απίθανες ώρες, καπνίζει γυμνή χόρτο με τους συμμαθητές της στις τουαλέτες του σχολείου. Βίντεο με την ίδια σε άσεμνες πόζες κυκλοφορεί στο διαδίκτυο. Ο πατέρας της καταφέρνει να κουκουλώσει τον όποιο αντίκτυπο. Η Μαρία όμως δεν το βάζει κάτω. Επιμένει. Για κάποιο δικό της λόγο μοιάζει να θέλει να γίνουν γνωστά όσα κάνει, ώσπου ένα βράδυ... Το τέρας αρχίζει να ξεπροβάλει. Κι όσο σκοτεινό είναι, άλλο τόσο αμείλικτο φως εκπέμπει. Ένα φως τόσο αποκαλυπτικό, όσο και οι ζωγραφιές της μικρής που συνθέτουν το φριχτό παρασκήνιο.
Παίζουν (αλφαβητικά): Στάθης: Κωνσταντίνος Καζάκος, Φανή: Τάνια Τρύπη, Μαρία: Τζένη Καζάκου. Παραγωγή Μίμησις Πράξεως.
Γράφει ο Δημήτριος Ν. Περονικολής
Πολιτικός Μηχανικός Ε.Μ.Π
Ηλεκτρολόγος Μηχανικός και Μηχανικός Υπολογιστών Ε.Μ.Π
Πάει καιρός που η σκέψη χόρευε ελεύθερη ψηλά
με χρώματα κι αρώματα έπλεκε υφαντά
του κόσμου τα εργόχειρα έπλαθε μονομιάς
δημιουργήματα του νου και μηχανής μπελάς
Πόσο μελάνι χύθηκε για να ‘χουνε μιλιά
οι σκέψεις και τα όνειρα κι ας είναι απατηλά;
μα το μελάνι στέγνωσε κι απέμεινε η λαλιά
σαν δέντρο το φθινόπωρο που ‘χασε τη σκιά.
Στου χρόνου τούτου τώρα το βραχύ βωμό
η τέχνη έγινε τέχνασμα με νόημα διττό
η νόηση χαντρώθηκε σαν σίδερο σκληρό
κι αλύγιστη εγίνηκε με άκαμπτο κορμό.
Η μηχανή σταμάτησε να μπλέκει σε μπελά
και τεχνητά νοήματα γυρεύει σιωπηλά
δημιουργήματα, αυτή τώρα, συνθέτει με το νου
γεννά κομπάρσους άεργους του σύγχρονου καιρού.
Άραγε τα εργόχειρα του κόσμου ποιος θα πλέκει
Η μηχανή που σκέφτεται για ο άνθρωπος που λέγει;
Κι αν τα εργόχειρα χαθούν κι σκέψη μαραζώνει
Τι μένει πια στον άνθρωπο να ‘χει να καμαρώνει;
Βασισμένη στα αληθινά γεγονότα που συγκλόνισαν τη χώρα τον Δεκέμβριο του 1992, η σειρά "Ριφιφί" έρχεται να ρίξει φως στο παρασκήνιο της μεγαλύτερης ληστείας τραπεζικών θυρίδων στην Ελλάδα. Μέσα από μια προσεγμένη παραγωγή, παρακολουθούμε το χρονικό ενός εγκλήματος που σχεδιάστηκε με μαθηματική ακρίβεια κάτω από την άσφαλτο της οδού Θησέως, αφήνοντας πίσω του ερωτηματικά που παραμένουν αναπάντητα μέχρι σήμερα.
Η πλοκή μάς μεταφέρει στην καρδιά της Αθήνας των αρχών των 90s. Μια ομάδα ανθρώπων, που φαινομενικά δεν έχουν τίποτα κοινό μεταξύ τους, με
ακρίβεια και απίστευτη υπομονή, σχεδιάζει και εκτελεί ένα αδιανόητο
σχέδιο: το σκάψιμο ενός τούνελ 15 μέτρων κάτω από την οδό Θησέως, που
οδηγεί απευθείας στο θησαυροφυλάκιο της Τράπεζας Εργασίας. Είναι χαρακτήρες διαφορετικοί, με διαφορετικές αφετηρίες και κοινωνικά υπόβαθρα, που όμως ενώνονται κάτω από έναν κοινό σκοπό. Ο καθένας τους κουβαλά μια προσωπική "πληγή", μια ιστορία αδικίας που συνδέεται με το τραπεζικό σύστημα, και το ριφιφί αποτελεί τη δική τους απάντηση απέναντι σε έναν πανίσχυρο εχθρό. Μέσα από το τούνελ των 15 μέτρων, δεν σκάβουν μόνο για τον χρυσό, αλλά και για τη δική τους λύτρωση. Η σειρά ακολουθεί βήμα-βήμα την προετοιμασία, την αγωνία κάτω από τη γη, αλλά και το ανθρωποκυνηγητό που εξαπολύουν οι αρχές όταν ανακαλύπτουν ότι οι δράστες κατάφεραν να παραβιάσουν εκατοντάδες θυρίδες και να διαφύγουν με λεία που ζαλίζει, χωρίς να αφήσουν ίχνη.
Η σειρά των Βασίλη Ρίσβα, Δήμητρα Σακαλή (σενάριο) και Σωτήρη Τσαφούλια (σκηνοθεσία) θυμίζει έντονα το La Casa de Papel, με τους "αδικημένους" να τα βάζουν με το σύστημα. Αξίζει βέβαια να σημειωθεί ότι, ενώ η ισπανική σειρά έγινε παγκόσμιο φαινόμενο σχετικά πρόσφατα, η ελληνική πραγματικότητα είχε ήδη προσφέρει το "τέλειο σενάριο" από το 1992.
Η σκηνοθετική υπογραφή του Σωτήρη Τσαφούλια είναι για ακόμη μια φορά ευδιάκριτη, εξασφαλίζοντας ένα άρτιο οπτικό αποτέλεσμα. Η αναβίωση της δεκαετίας του ’90, η σκηνογραφία και η συνολική αποτύπωση της εποχής κρίνονται εξαιρετικές, ενώ η χρήση των flashbacks γίνεται με ακρίβεια, ενισχύοντας την αφήγηση εκεί που χρειάζεται. Στον τομέα των ερμηνειών, η σειρά επιτυγχάνει μια σπάνια ισορροπία, με το σύνολο του καστ —από τους πρωταγωνιστές μέχρι τους δευτερεύοντες ρόλους— να δίνει καταπληκτικές ερμηνείες. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στην Ευαγγελία Μουμούρη, η οποία εμφανίζεται στον καλύτερο ρόλο της καριέρας της. Επιπλέον, η σειρά δεν περιορίζεται στην αστυνομική πλοκή, αλλά επεκτείνεται σε βαθιά κοινωνικά ζητήματα, θίγοντας θέματα αναπηρίας, υπαρξιακές αναζητήσεις και τη δυσλειτουργία του συστήματος.
Παρά την προσεγμένη παραγωγή, η σειρά φαίνεται να υστερεί σε επίπεδο σασπένς. Καθώς η υπόθεση και η κατάληξή της είναι σε μεγάλο βαθμό γνωστές στο κοινό, η έλλειψη ανατροπών —με εξαίρεση το φινάλε— αφαιρεί μέρος από την αγωνία της θέασης. Επίσης, η μουσική επένδυση χαρακτηρίζεται σε σημεία μονότονη, μην ακολουθώντας πάντα την ένταση των σκηνών. Σε επίπεδο σεναρίου, αν και η μείξη αληθινών γεγονότων και μυθοπλασίας είναι επιτυχημένη, παρατηρούνται κάποιες υπερβολές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η σκηνή όπου οι πρωταγωνιστές, σε μια συνθήκη που θυμίζει "group therapy", αναλύουν τους λόγους που τους ωθούν στο ριφιφί, μια επιλογή που φαντάζει κάπως εξεζητημένη. Τέλος, έντονο προβληματισμό προκαλεί η τάση «αγιοποίησης» των ληστών. Η ηρωική τους παρουσίαση φαίνεται να απέχει σημαντικά από το προφίλ των πραγματικών δραστών, δημιουργώντας μια ηθική απόσταση ανάμεσα στην πραγματικότητα και την τηλεοπτική μεταφορά.
Συνοπτικά το "Ριφιφί" δεν αποτελεί απλώς την αναπαράσταση μιας ληστείας, αλλά μια βουτιά στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’90. Αναβιώνοντας την απίστευτη ιστορία της παραβίασης της Τράπεζας Εργασίας, η σειρά μας θυμίζει πώς μια ομάδα ανθρώπων κατάφερε να σκάψει ένα τούνελ κάτω από τη μύτη των αρχών, στήνοντας ένα "σκηνικό" που θα ζήλευαν και οι καλύτερες ταινίες του Χόλιγουντ.
ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 8/10
TRAILER:
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)








Social Icons