Από το Blogger.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προδημοσίευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προδημοσίευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Προδημοσίευση αποσπάσματος από το νέο μυθιστόρημα, θρίλερ ναυτικού τρόμου, του Μανώλη Παλαβούζη «Ο Παλμός», το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Πηγή.
Όλα αρχίζουν μ’ ένα αγκυροβολημένο πλοίο, σ’ ένα πολύβουο λιμάνι, κάπου στη Μεσόγειο.
Θα ήταν λάθος αν λέγαμε ότι πρόκειται για ένα φορτηγό πλοίο που μεταφέρει εκατοντάδες εμπορευματοκιβώτια με κάθε λογής αγαθά, έχοντας διασχίσει τον Ινδικό Ωκεανό, την Ερυθρά Θάλασσα και το Σουέζ.
Θα ήταν επίσης λάθος αν εικάζαμε ότι πρόκειται για το πολυτελές γιοτ ενός Ρώσου ολιγάρχη, από εκείνα που κοστίζουν έναν πακτωλό χρημάτων, που έχοντας διαφύγει τις αιματηρές οικονομικές κυρώσεις της Δύσης απέναντι στον αιμοσταγή χασάπη του Κρεμλίνου, κόβει βόλτες στη Μεσόγειο, κάτω από τον λαμπερό ήλιο του Σεπτέμβρη.
Όπως θα ήταν λάθος αν υποθέταμε ότι πρόκειται για ένα παράνομο αλιευτικό σκάφος, από εκείνα τα ταλαιπωρημένα σαπιοκάραβα που δίχως τύψεις μεταφέρουν παστωμένους μετανάστες και πρόσφυγες από την αφρικανική ήπειρο και τις οδύνες της ληστεμένης γης προς την ανερυθρίαστη λάμψη της Ευρώπης, έχοντας συρθεί από σκάφη του ιταλικού λιμενικού, υπό τις διαταγές άλλων χασάπηδων στη Δύση.
Στην πραγματικότητα είναι κρουαζιερόπλοιο. Και το όνομά του, Conte di Salerno. Κόμης του Σαλέρνο.
Συνεχίζοντας τον προηγούμενο συλλογισμό, θα ήταν μέγιστο λάθος να υποθέσουμε πως το πλοίο λικνίζεται στο λιμάνι της Μεσσήνης, χορεύοντας στον ρυθμό της πρωινής αύρας που φτάνει από τα ανοιχτά φέρνοντας μαζί της αδύναμα κύματα∙ πως οι μηχανές του στέκουν σιωπηλές στο μηχανοστάσιο, αυτήν την τόσο μικρή ώρα της όψιμης ημέρας, οι λέβητες σιωπηλοί σαν κοιμώμενοι δράκοι∙ πως είναι το μόνο κρουαζιερόπλοιο, δεμένο στους κάβους της προβλήτας, πλάι στον τερματικό σιδηροδρομικό σταθμό και στο μεσαιωνικό οχυρό της πόλης, ατενίζοντας αφ’ υψηλού το μικρό πλήθος που κινείται στην παραλιακή λεωφόρο, τη Βία Βιτόριο Εμανουέλε ΙΙ.
Ορίστε πώς έχει η αλήθεια. Ο Κόμης δεν λικνίζεται. Σε καμία περίπτωση. Με το μεγάλο μήκος του, κάτι λιγότερο από εκείνο τριών γηπέδων ποδοσφαίρου, με οχτώ και μισό μέτρα βύθισμα και ασφαλισμένος στον εξωτερικό βραχίονα του λιμανιού, το μεταλλικό αυτό κτήνος στέκεται, σχεδόν εξ ολοκλήρου, ακίνητο σαν γιγάντιο θαλάσσιο φάντασμα. Ένας τερατώδης λεβιάθαν των μακρινών, ειδυλλιακών ταξιδιών. Το ζευγάρι των πανίσχυρων μηχανών του δουλεύουν σταθερά, παράγοντας αρκετή ισχύ για να τροφοδοτήσουν τη μισή ιταλική πόλη της βορειοανατολικής Σικελίας, και παρά το περασμένο της τουριστικής σεζόν, τον Κόμη συντροφεύουν άλλα δύο κρουαζιερόπλοια, και τα δύο μεγαλύτερα από τον ίδιο. Ψηλότερα, με μεγαλύτερο εκτόπισμα και πολυτελέστερα. Και κυρίως νεότερα.
Ο Conte έχει νηολογηθεί το μακρινό 1991. Και λέγοντας μακρινό για τον κόσμο της ναυσιπλοΐας, πολλώ δε μάλλον για το λαμπρό εκείνο πεδίο της ναυσιπλοΐας που ασχολείται με το αντικείμενο της κρουαζιέρας, ένα πλοίο νηολογημένο τη χρονιά της πτώσης του υπαρκτού σοσιαλισμού, με το παρθενικό του ταξίδι να λαμβάνει χώρα την ίδια χρονιά με τον Πόλεμο του Κόλπου, είναι κάτι που σημαίνει μονάχα ένα πράγμα: ο Κόμης είναι δραματικά γερασμένος. Ξεπερασμένος, επισκιασμένος περίτρανα από τα νεότερα σκάφη της ναυτιλιακής εταιρείας και των ανταγωνιστών της.
Είναι κάτι που μπορούμε εύκολα να παραδεχθούμε. Το ναυπηγείο στο οποίο συναρμολογήθηκε και συγκολλήθηκε από έμπειρους οξυγονοκολλητές έχει κλείσει από καιρό, θύμα της οικονομικής κρίσης της προηγούμενης δεκαετίας που σάρωσε τον μεσογειακό κόσμο. Κάτω από τις στρώσεις της εκτυφλωτικής μπογιάς που κάνει τα μάτια να πονάνε όταν πάνω τους πέφτει το φως του ήλιου τις μέρες με αίθριο ουρανό όπως τώρα, κρύβεται η φθορά του χρόνου, η αργή μα ασταμάτητη και άοκνη επέλαση της σκουριάς που κατατρώει τα μεταλλικά του μέρη. Παρά τις αλλεπάλληλες ανακαινίσεις και τη μοντέρνα διακόσμηση για να καλύπτει το χαμένο έδαφος της κούρσας στο πεδίο της λάμψης, των ανέσεων και των προσφερόμενων υπηρεσιών, παρά τη ζωντάνια που προσελκύει πλήθη κόσμου κάθε σεζόν, το πράγμα μιλάει από μόνο του: τα ψωμιά του Κόμη είναι μετρημένα.
Ακόμα κι έτσι, η Sapphire Cruise Line, η πλοιοκτήτρια εταιρεία που εδρεύει σ’ έναν γυάλινο ουρανοξύστη στην περιοχή Πόρτα Νουόβα στο Μιλάνο, σκοπεύει να αφήσει το πλοίο να τριγυρίζει στα θερμά νερά της Μεσογείου για δύο επιπλέον χρόνια, μεταφέροντας σμήνη προνομιούχων και ευκατάστατων επιβατών. Δύο τελευταίες τουριστικές σεζόν, τις οποίες όταν θα αφήσει ολοκληρωτικά πίσω του, το σκαρί του γιγάντιου πλωτού θηρίου θα μεταφερθεί σ’ ένα από τα εξειδικευμένα υπαίθρια διαλυτήρια του Κιτακόνγκ στο Μπαγκλαντές, όπου θα μετατραπεί με χαμηλό κόστος σε παλιοσίδερα για ανακύκλωση.
Ωστόσο αυτή η ιστορία ξεκινάει μ’ ένα πλοίο που παραμένει αξιόπλοο. Πολυτελές. Γοργοτάξιδο. Πολλά υποσχόμενο. Και θα τελειώσει σ’ έναν άδειο δρόμο, σε μια έρημη ακτή. Με μια χούφτα ανθρώπους. Θαλασσοδαρμένους. Απελπισμένους. Που οφείλουν να παλέψουν για να ζήσουν. Αλλά ο δρόμος μέχρι εκεί είναι μακρύς και δύσβατος, επομένως επιβιβαστείτε και καθίστε αναπαυτικά.
Το πλοίο είναι έτοιμο προς αναχώρηση..
Λίγα λόγια για το βιβλίο
Ένα σπάνιο αστρονομικό φαινόμενο που πλήττει τη Γη. Ένα πολυτελές κρουαζιερόπλοιο στη μέση της θάλασσας. Όταν οι μηχανές σβήνουν, ο χρόνος μετράει αντίστροφα. Είναι το τέλος της τουριστικής σεζόν και στο κρουαζιερόπλοιο «Κόμης του Σαλέρνο» επιβαίνουν χίλιες τριακόσιες ψυχές. Στα καταγάλανα νερά της Μεσογείου ελπίζουν πως θα απολαύσουν τις μοναδικές εμπειρίες που υπόσχεται η πλοιοκτήτρια εταιρεία. Ώσπου έρχεται η καταστροφή. Ένα θεωρητικά ακίνδυνο φαινόμενο θα ακινητοποιήσει το πλοίο καταμεσής της θάλασσας. Οι μηχανές σβήνουν, η παροχή ενέργειας διακόπτεται και οι επικοινωνίες με τη στεριά σιγούν. Κανείς δεν φαίνεται να γνωρίζει τα ακριβή αίτια της καταστροφής. Πλήρωμα και επιβάτες θα αγωνιστούν για τη ζωή τους σ’ ένα ακυβέρνητο πλοίο όπου κυριαρχεί ο φόβος, όσο τα σύννεφα της καταιγίδας πυκνώνουν και η μέρα δίνει τη θέση της στη νύχτα. Μόνο που στην ανοιχτή θάλασσα, ο κίνδυνος δεν βρίσκεται ποτέ μακριά και ο πανικός ξεγυμνώνει τις ανθρώπινες ψυχές, φέρνοντας στην επιφάνεια το φως αλλά και το σκοτάδι που κρύβουνε μέσα τους. Ένα καταιγιστικό θρίλερ ναυτικού τρόμου και μία θαλασσινή περιπέτεια επιβίωσης, βαθιά ανθρώπινη. Επιβιβαστείτε. Το πλοίο είναι έτοιμο προς αναχώρηση...
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα.
Ο Μανώλης Παλαβούζης γεννήθηκε το 1994 στον ακριτικό Έβρο. Σπούδασε την Επιστήμη του Περιβάλλοντος στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου και ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στη Διατήρηση και Αποκατάσταση Χερσαίων Οικοσυστημάτων, στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. Διαβάζει βιβλία σε καθημερινή βάση από τα μαθητικά του χρόνια, γράφει με την πρώτη ευκαιρία, φτιάχνει παζλ, παρακολουθεί ξένες σειρές και ταινίες και ζωγραφίζει φανταστικούς χάρτες και φυσικά τοπία. Έργα του η διλογία βιολογικού τρόμου Ο Τέταρτος Καβαλάρης (2018-2019), το κλιματικό θρίλερ Έτος Χωρίς Καλοκαίρι (2020), το τρομοκρατικό θρίλερ Αττική Καταιγίδα (2021), το μυθιστόρημα επικής φαντασίας Το Τραγούδι των Σκλάβων (2023) και η νουβέλα φαντασίας και τρόμου Σιβηρία (2024). Δεκατρία διηγήματά του έχουν βραβευθεί και συμπεριληφθεί σε πλήθος συλλογικών ανθολογιών και λογοτεχνικών περιοδικών, ανήκει στη συγγραφική ομάδα του ηλεκτρονικού περιοδικού για το φανταστικό Will o’ Wisps και συντονίζει τη Λέσχη Ανάγνωσης Ενηλίκων στο Σουφλί. Ο Παλμός είναι το έβδομο κατά σειρά λογοτεχνικό του έργο.
Προδημοσίευση αποσπάσματος από το νέο κοινωνικό μυθιστόρημα της Εύη Δουργούτη «Η οργή που ματώνει τη μέρα», το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Έξη.
Ορεινή Αρκαδία, Δεκέμβριος 1980. Η υγρασία της χειμωνιάτικης νύχτας τρυπούσε τα κόκαλα και σε συνδυασμό με το παγωμένο αεράκι και τη βροχή που είχε παύσει προσωρινά, είχε κλείσει από νωρίς τους κατοίκους του μικρού ορεινού χωριού στα σπίτια τους, αφού αποζητούσαν με λαχτάρα τη ζεστασιά των κρεβατιών τους. Η σκοτεινή κουβέρτα του ουρανού ήταν γεμάτη πυκνά μπαλώματα που έκρυβαν επιμελώς τα αστέρια. Μόνο μια χλωμή φέτα σελήνης ξεπρόβαλλε πού και πού δειλά για λίγες στιγμές ανάμεσα από τα πυκνά σύννεφα κι ύστερα χανόταν και πάλι πίσω από την ασφάλεια που απλόχερα της πρόσφεραν, μην αντέχοντας τη φρίκη που ανακάτευε τα σωθικά της. Βιαζόταν να ξημερώσει και να χαθεί πίσω από τις αχτίδες του χειμωνιάτικου ήλιου, ξεχνώντας το φριχτό συμβάν της νύχτας εκείνης. Ήταν ανήμπορη να το εμποδίσει και αυτό την πονούσε περισσότερο..
«Σταματήστε! Σταματήστε σας λέω!» ακούστηκε μία εφηβική φωνή γεμάτη πανικό και τα γέλια στο μικρό ξέφωτο σταμάτησαν απότομα. «Τι συμβαίνει, ρε;» ρώτησε αδιάφορα ένας από την πενταμελή παρέα. «Νομίζω πως... πως είναι... είναι νεκρή», ψέλλισε εκείνος, ενώ απομακρυνόταν με απότομες κινήσεις από την κοπέλα που βρισκόταν σωριασμένη στο έδαφος, όμοια με σπασμένη κούκλα, ανεβάζοντας όπως-όπως το κατεβασμένο του παντελόνι. «Εγώ... μόνο το στόμα τής έκλεισα..., όπως... όπως εσείς... Δεν ήθελα να... να φωνάζει...» μουρμούρισε τρέμοντας σαν ψάρι έξω από το νερό. «Κόψε τις βλακείες, ρε», αντέδρασε ο ψηλότερος της παρέας, που έμοιαζε να είναι και ο αρχηγός τους.
Πλησίασε με το συνηθισμένο του μάγκικο περπάτημα την κοπέλα κι έσκυψε κοντά της. Κοίταξε αδιάφορα το μωλωπισμένο της κορμί κι έπειτα έψαξε για να βρει τον σφυγμό της. Ψαχούλεψε με αδέξιες κινήσεις τη λευκή επιδερμίδα του λαιμού της, μα δεν κατάφερε να βρει αυτό που έψαχνε. Αμέσως, αισθάνθηκε το αίμα να φεύγει από τα μάγουλά του, ενώ χοντροί κόμποι ιδρώτα σχηματίστηκαν στο μέτωπό του. Προσπαθώντας να παραμείνει ψύχραιμος, ψηλάφισε τον νεανικό καρπό. Και πάλι δεν βρήκε σφυγμό και τότε ένιωσε τον τρόμο να τον τυλίγει..
Μείνε ψύχραιμος, όλα καλά, επαναλάμβανε μέσα του. Πήρε αρκετές βαθιές ανάσες για να ανακτήσει την αυτοκυριαρχία του και επανέλαβε τις ίδιες κινήσεις. Μάταια. Έμεινε μερικές στιγμές ακίνητος ζυγίζοντας την κατάσταση κι έπειτα στράφηκε με σοβαρό βλέμμα στους υπόλοιπους, που κέρωσαν αντικρίζοντας την αλήθεια στα μάτια του. «Όχι, ρε! Δεν έπρεπε να γίνει έτσι!» κλαψούρισε ο μικρότερος, που είχε αρνηθεί εξαρχής να συμμετάσχει σε όλο αυτό και τόση ώρα στεκόταν βουβός παράμερα έχοντας αγκαλιάσει τα πόδια του, σπάζοντας με το κλάμα του τη σιωπή που είχε απλωθεί ανάμεσα στη μικρή παρέα.
«Σκάσε!» του φώναξε άγρια αυτός που φαινόταν για αρχηγός, ενώ το μυαλό του δούλευε πυρετωδώς να βρει μια λύση. Ο μικρός σώπασε τρέμοντας. Ο άλλος του έριξε μια περιφρονητική ματιά και εστίασε στις σκέψεις που είχαν στήσει ξέφρενο χορό στο κεφάλι του. Αλλιώς είχε λογαριάσει στο μυαλό του τη βραδιά εκείνη. Δεν έπρεπε να βρει μπελά. Για τους άλλους δεν τον ένοιαζε, αλλά θα προσπαθούσε να τους γλυτώσει, αφού πρώτα το κατάφερνε για τον εαυτό του. Το μόνο που ήθελε ήταν να σπάσει πλάκα με την ανόητη, την τρελή του χωριού, όπως την αποκαλούσαν όλοι. Να της δώσει ένα μάθημα για να μην τολμήσει να σηκώσει ξανά τα μάτια της πάνω του. Κατά βάθος βέβαια, ο πόθος του για εκείνη του έκαιγε τα σωθικά, κι ας μην τολμούσε να το παραδεχτεί ούτε στον ίδιο του τον εαυτό. Το γιατί και το πώς μπλέχτηκαν τελικά και οι άλλοι ήταν ένα θέμα που θα ανέλυε αργότερα.
Για λίγα λεπτά η απόλυτη ησυχία βασίλεψε στο μικρό ξέφωτο, ενώ τα πέντε αγόρια έστεκαν αμίλητα μη τολμώντας να στρέψουν το βλέμμα τους στην άτυχη κοπέλα που κείτονταν λίγο παραπέρα γεμάτη λάσπες και μώλωπες. «Λοιπόν», έσπασε τη σιωπή ο αρχηγός δείχνοντας ένα σημείο παραπέρα. «Εκεί ανάμεσα στα δέντρα. Έχει μια βαθιά γούρνα. Ρίξτε την εκεί μέσα να τελειώνουμε. Δεν θα τη βρει κανείς σ’ αυτή την τρύπα», είπε τόσο φυσικά, σαν να έλεγε το πιο απλό πράγμα του κόσμου. Στο σημείο εκείνο που έδειχνε, τα δέντρα ήταν πολύ κοντά μεταξύ τους κι άφηναν ένα μικρό κενό στο χώμα ανάμεσά τους γεμάτο ρίζες, λάσπη και φύλλα. Ήταν το ιδανικό σημείο σύμφωνα με εκείνον για να κρυφτεί το έγκλημά τους. Ο μικρότερος της παρέας τινάχτηκε απότομα κι ετοιμάστηκε να διαμαρτυρηθεί, μα ο αρχηγός τον πλησίασε και τον χαστούκισε δυνατά δυο φορές. Τα μάγουλά του φλογίστηκαν μεμιάς.
«Το μόνο που θα κάνω, αν συνεχίσεις έτσι, είναι να σε χώσω στη φυλακή για όλη σου τη ζωή! Γιατί εσύ θα τα φορτωθείς όλα! Έχω τη δύναμη να το κάνω και το ξέρεις! Τι θα πουν ο μπαμπάκας και η μανούλα, όταν μάθουν ότι ο κανακάρης τους έπνιξε την καημένη την κοπέλα;» τον ρώτησε κοροϊδευτικά, ενώ η απειλή στη φωνή του ήταν ολοφάνερη. Είχε στενέψει τα μάτια παίρνοντας τη γνωστή, απειλητική του έκφραση, ενώ σταγονίδια σάλιου πετάγονταν από το στόμα του σε κάθε λέξη, όπως κάθε φορά που πάλευε να ελέγξει τον θυμό του.
Ο μικρός λούφαξε και κατέβασε το κεφάλι νιώθοντας να πνίγεται. Ήξερε ότι ο άλλος ήταν αδίστακτος και δεν αστειευόταν. Μπορούσε να τον μπλέξει χωρίς να το καταλάβει, τη στιγμή που ο ίδιος θα είχε -ισχυρό μεν, ψεύτικο δε- άλλοθι για να μη μπλεχτεί με το συμβάν. Πήρε μια βαθιά ανάσα για να συνεφέρει τον εαυτό του και παραιτημένος κατέβασε το κεφάλι.
Ορκιστείτε όλοι πως κανείς δεν θα μιλήσει. Θα ξεχάσουμε ό,τι έγινε σαν να μην συνέβη ποτέ
Με μηχανικές κινήσεις τα τέσσερα αγόρια πλησίασαν τα δέντρα, γονάτισαν γύρω από το μικρό άνοιγμα και άρχισαν να το καθαρίζουν με τα χέρια, που σύντομα γέμισαν λάσπες και πληγές. Μα δεν τους ένοιαζε. Ο τρόμος είχε φωλιάσει στις καρδιές τους και δεν επέτρεπε καμία λογική σκέψη. Το μόνο που έπρεπε να γίνει ήταν να θαφτεί ό,τι είχε συμβεί και να μη μαθευτεί το παραμικρό. Γιατί τότε θα έμπλεκαν πολύ άσχημα και δεν θα μπορούσε κανείς να τους ξεμπλέξει. «Τσακίσου!» έκανε νόημα ο αρχηγός στον μικρό κι εκείνος πλησίασε αργά και γονάτισε δίπλα στους άλλους. Τα χέρια του έτρεμαν, μα τελικά μιμήθηκε τις κινήσεις των υπολοίπων.
Έβγαζαν λάσπη, φύλλα, ρίζες και πέτρες, μέχρι που το άνοιγμα απέκτησε τον απαιτούμενο χώρο, ώστε να χωρέσει η δεκαπεντάχρονη κοπέλα. Οι δύο από αυτούς την έσυραν αδέξια σύμφωνα με τις οδηγίες του αρχηγού και με βιαστικές κινήσεις την κουλούριασαν και την έριξαν μέσα στο άνοιγμα. Έπειτα, έσκυψαν όλοι μαζί από πάνω και το κάλυψαν ξανά όπως-όπως, σπρώχνοντας πίσω τη λάσπη, τις πέτρες και μερικά πεσμένα κλαδιά, με τρόπο που να μη μαρτυράει το παραμικρό.
Αυτός που έμοιαζε για αρχηγός της παρέας άπλωνε ξανά τα πεσμένα φύλλα πάνω από το άνοιγμα, τη στιγμή που χοντρές στάλες βροχής άρχισαν να πέφτουν στο χώμα και θα κάλυπταν τα ίχνη τους. Σήκωσε το κεφάλι προς τα βαριά σύννεφα και χαμογέλασε. Η βροχή θα γινόταν συνεργός τους και τίποτα δεν θα μαρτυρούσε το γεγονός που προηγήθηκε. Εξάλλου, ελάχιστοι επισκέπτονταν το μικρό ξέφωτο τέτοια εποχή, κανείς δεν θα πρόσεχε το σημείο. «Είμαστε φονιάδες, ρε!» ούρλιαξε ξανά ο μικρότερος της παρέας κι έπεσε στα γόνατα ξεσπώντας σε λυγμούς που τράνταζαν το λιανό κορμί του, ενώ η βροχή δυνάμωνε μαστιγώνοντάς τους. Οι άλλοι έμειναν να τον κοιτούν ανήμποροι να εκφράσουν λέξη.
«Σήκω», τον πλησίασε ένας άλλος, που δεν είχε μιλήσει τόση ώρα, και τον τράβηξε μαλακά από τον ώμο. «Κανείς δεν πρέπει να μάθει τίποτα, μ’ ακούς;» του είπε με φωνή χρωματισμένη από φρίκη και πανικό, πιάνοντάς τον σφιχτά από τους ώμους. «Και πώς θα κοιμάσαι ήσυχος, ρε, μετά από αυτό;» συνέχισε το κλάμα ο μικρός και έσπρωξε βίαια τα χέρια του άλλου από πάνω του. «Σκάσε πια!» ούρλιαξε σχεδόν ο αρχηγός ανακτώντας την ψυχραιμία του και πλησιάζοντάς τους με κοφτά βήματα. «Καλά σου λέει, ρε, τσιμουδιά σε κανέναν! Δεν καταλαβαίνεις ότι θα βρούμε μπελά; Ό,τι έγινε έγινε», του φώναζε τραντάζοντάς τον από τον γιακά της λερωμένης του μπλούζας. «Ελάτε όλοι εδώ», πρόσταξε έπειτα άγρια κοιτώντας και τους άλλους δυο που στέκονταν παράμερα κι εκείνοι πλησίασαν τρέμοντας σαν ψάρια έξω από το νερό. «Ορκιστείτε όλοι πως κανείς δεν θα μιλήσει. Θα ξεχάσουμε ό,τι έγινε σαν να μη συνέβη ποτέ. Κανείς δεν μας είδε, κανείς δεν μας άκουσε, άρα ούτε γάτα ούτε ζημιά. Η βροχή θα κατεβάσει κι άλλη λάσπη και δεν θα μείνει ίχνος. Κατάλαβες;» ολοκλήρωσε επιθετικά, στρέφοντας τα μάτια του στον μικρό που κλαψούριζε ακόμα.
Λίγα λόγια για το βιβλίο
Ορεινή Αρκαδία, Δεκέμβριος 1980 «Σταματήστε! Σταματήστε σας λέω!» ακούστηκε μία φωνή γεμάτη πανικό. «Νομίζω πως είναι νεκρή…» Για λίγα λεπτά η απόλυτη ησυχία βασίλεψε στο μικρό ξέφωτο, ενώ οι ένοχοι έστεκαν αμίλητοι, μην τολμώντας να στρέψουν το βλέμμα τους στην άτυχη κοπέλα που κείτονταν λίγο παραπέρα λιπόθυμη, γεμάτη λάσπες και μώλωπες. «Ορκιστείτε όλοι πως κανείς δεν θα μιλήσει. Θα ξεχάσουμε ό,τι έγινε σαν να μην συνέβη ποτέ». Κάποιος, όμως, είχε ορκιστεί ότι δεν θα ξεχάσει ποτέ. Τριάντα χρόνια μετά, θα παίξει με τον χρόνο σκαλίζοντας μυστικά που θάφτηκαν στο φως του φεγγαριού. Ένα μυστήριο που εδώ και χρόνια αναζητά τη λύση του. Μία αποκάλυψη που αποδεικνύει ότι κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει ποιον πραγματικά έχει στο πλάι του.
Λίγα λόγια για την συγγραφέα.
Η Εύη Δουργούτη γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Σουφλί Έβρου. Από πολύ μικρή λάτρευε να πειραματίζεται με διάφορα είδη γραπτού λόγου αποτυπώνοντας τον εσωτερικό της κόσμο στο χαρτί. Αν και προτιμά τις πράξεις, αφού υποστηρίζει πως «οι λέξεις είναι μόνο για τη στιγμή που λέγονται και δεν εγγυώνται τίποτα για το μέλλον, κάνε, μη μου λες», χάνεται συχνά σ’ αυτόν τον ρευστό κόσμο των λέξεων, κι ας ξέρει πως είναι πλαστός και πως το παραμικρό που θα ερεθίσει τη φαντασία της, οδηγώντας τη σε άλλα μονοπάτια, είναι ικανό να κάνει μια ολόκληρη ιστορία να καταρρεύσει και να την οδηγήσει να ξεκινήσει να γράφει από την αρχή. Κάπως έτσι, όμως, έχει ζήσει νοερά πολλές και διαφορετικές ζωές παρέα με τους χάρτινους ήρωές της..
Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Μανώλη Παλαβούζη «Σιβηρία», το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Πηγή.
Μέσα στην ταραχή της μακάβριας και πιθανότατα επικίνδυνης ανακάλυψής μου, πρόσεξα μια σειρά ταφικών κτερισμάτων με τα οποία οι αρχαίοι κάτοικοι αυτής της γης είχαν αποχαιρετήσει τη νεκρή γυναίκα, στοιχεία που μέχρι τότε παρέμεναν άγνωστα σε ιστορικούς και αρχαιολόγους. Αντίκρισα κοσμήματα από κοχύλια και μικροσκοπικές πέτρες, λίθινα στολίδια που θύμιζαν φυλαχτά και περίεργες πέτρες που έμοιαζαν να έχουν τοποθετηθεί ηθελημένα μαζί με το νεκρό σώμα. Αντί ωστόσο να σταθώ στις εθιμοτυπικές συνήθειες ενός ξεχασμένου λαού, σύρθηκα κακήν κακώς στο λασπώδες έδαφος, άρπαξα το Μόσιν-Ναγκάντ που είχε καρφωθεί στη γη σαν μεσαιωνικό σπαθί και άρχισα να τρέχω με όλη μου τη δύναμη προς τη λοφοπλαγιά.
Υπήρχε μια αναίτια ταραχή που γεννιόταν μέσα μου και, παρότι προσπαθούσα, δεν μπορούσα να βρω την εξήγηση γι’ αυτήν ανάμεσα στα καρδιοχτύπια μου. Δεν ήταν μόνο ο φόβος ότι ίσως είχα έρθει σε επαφή με κάτι αλλόκοτο και θανατηφόρο. Ήταν κάτι πιο σκοτεινό από αυτό. Κάτι μοχθηρό και κακόβουλο.
Τα δάχτυλά μου προσπαθούσαν απεγνωσμένα να πιέσουν την οθόνη του τηλεφώνου και πάνω στο τρεχαλητό μου αγκομαχούσα και άγγιζα λάθος αριθμούς. Η ταραχή αυξανόταν λεπτό το λεπτό, η ανάσα πάγωνε τα πνευμόνια μου και κρύος ιδρώτας είχε μουσκέψει τα ρούχα μου, όμως ο ιδρώτας ήταν το ελάχιστο που φοβόμουν. Τελικά παράχωσα το τηλέφωνο στην τσέπη του τζάκετ μου και συγκεντρώθηκα στην ανάβαση του λόφου.
Δεν ήταν μόνο ο φόβος ότι ίσως είχα έρθει σε επαφή με κάτι αλλόκοτο και θανατηφόρο. Ήταν κάτι πιο σκοτεινό από αυτό. Κάτι μοχθηρό και κακόβουλο
Καθώς κατέτρωγα τα τελευταία μέτρα της ανηφόρας, θα ορκιζόμουν πως ένα μαύρο σύννεφο είχε καλύψει τον ήλιο. Η μέρα έμοιαζε να ’χει απολέσει λίγη από την προηγούμενη λάμψη της. Το έβλεπα στο λασπερό νερό του ποταμού που σχημάτιζε οργισμένες δίνες, το ένιωθα στον παγερό αέρα που έμοιαζε να έχει ακινητοποιηθεί τριγύρω μου σαν απτός τρόμος, το άκουγα να καταφθάνει ορμητικά σε κύματα φόβου από τα τρίσβαθα της ψυχής μου. Εκείνες τις αγωνιώδεις στιγμές, ένιωθα το σκοτάδι να πλακώνει την καρδιά μου, να απλώνεται σαν νεκρικό πέπλο στο σώμα μου κυριεύοντάς με, να προελαύνει ακολουθώντας τη ροή του αίματός μου σαν εχθρικό ανίερο στράτευμα, να κατακλύζει κάθε κύτταρο και δομή της ύπαρξής μου.
Την ίδια στιγμή χαμήλωνα το βλέμμα και παρατηρούσα με ανανεωμένο τρόμο την πληγωμένη μου παλάμη και τη λαβωματιά που αιμορραγούσε και παλλόταν από τον πόνο, σ’ έναν ρυθμό εκπορευόμενο από σκοτάδι, αίμα και θάνατο.
Λίγα λόγια για το βιβλίο
Στα παγωμένα εδάφη της Σιβηρίας, ένα αρχαίο κακό παραμονεύει στην έρημη γη, πανίσχυρο και αθέατο στο πέρασμα χιλιετιών και αιώνων. Ο Πάβελ Βορόνιν, ένας νέος που βλέπει τα όνειρά του να διαλύονται και τη ζωή του να πέφτει σε τέλμα, θα αφυπνίσει άθελά του το αρχέγονο κακό της αχανούς πεδιάδας και πολύ σύντομα θα αντιληφθεί πως τίποτα δεν θα είναι το ίδιο ξανά. Κι αυτό γιατί ο ίδιος δεν θα είναι ο άνθρωπος που κάποτε ήταν. Κάτι αλλάζει µέσα του, µέρα µε τη µέρα, ώρα µε την ώρα, µετατρέποντάς τον σ’ ένα πλάσµα θανάσιµο, βγαλµένο από τους πιο σκοτεινούς ανθρώπινους εφιάλτες. Ένα κακό ξύπνησε και γυρεύει να τραφεί. Κι όταν το κακό πεινάει, µόνο άσχηµα πράγµατα µπορούν να συµβούν… Ένα βιβλίο φαντασίας για μια μοιραία συνάντηση με κάτι αλλόκοτο που καιροφυλακτούσε, προσμένοντας να επιστρέψει στη ζωή, κι ένας ήρωας σε αδιέξοδο. Για να επιβιώσει, οφείλει να αποδεχτεί τη νέα πραγματικότητα, ακόμα κι αν πρέπει ν’ αφήσει πίσω του όλα όσα αγαπάει.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα.
Ο Μανώλης Παλαβούζης γεννήθηκε το 1994 στον ακριτικό Έβρο. Σπούδασε την Επιστήµη του Περιβάλλοντος στο Πανεπιστήµιο Αιγαίου και ολοκλήρωσε τις µεταπτυχιακές του σπουδές στη Διατήρηση και Αποκατάσταση Χερσαίων Οικοσυστηµάτων, στο Δηµοκρίτειο Πανεπιστήµιο Θράκης. Διαβάζει βιβλία σε καθηµερινή βάση από τα µαθητικά του χρόνια, γράφει µε την πρώτη ευκαιρία, φτιάχνει παζλ, παρακολουθεί φανατικά ξένες σειρές και ταινίες και ζωγραφίζει φανταστικούς χάρτες και φυσικά τοπία. Έργα του η επίκαιρη διλογία βιολογικού τρόµου Ο Τέταρτος Καβαλάρης (2018-2019), το κλιµατικό θρίλερ Έτος Χωρίς Καλοκαίρι (2020), το τροµοκρατικό θρίλερ Αττική Καταιγίδα (2021) και το µυθιστόρηµα επικής φαντασίας Το τραγούδι των Σκλάβων (2023). Διηγήµατά του έχουν βραβευθεί και συµπεριληφθεί σε πλήθος συλλογικών ανθολογιών και λογοτεχνικών περιοδικών, ενώ ανήκει στη συγγραφική οµάδα του ηλεκτρονικού περιοδικού για το φανταστικό Will o’ Wisps. Η νουβέλα Σιβηρία αποτελεί το έκτο κατά σειρά λογοτεχνικό του έργο.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





Social Icons