Από το Blogger.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρόσωπα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρόσωπα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Ο Βαγγέλης Μανουβέλος συστήνεται στο αναγνωστικό κοινό μέσα από το πρώτο μυθιστόρημα με τίτλο «Οι 6 πλευρές του τριγώνου» από τις εκδόσεις Επίκεντρο. Στο ντεμπούτο του ο συγγραφέας θίγει, με θάρρος, σύγχρονους προβληματισμούς και προσφέρει μια ενδιαφέρουσα ματιά στις αβεβαιότητες των ανθρώπινων σχέσεων. Ένα ένα πολυφωνικό, ψυχογραφικό μυθιστόρημα με έντονες κοινωνικές προεκτάσεις, μέσα από το οποίο ο αναγνώστης ανακαλύπτει τα όρια, τις κρυφές επιθυμίες και τις απώλειες των έξι αυτών ανθρώπων, παρακολουθώντας τη ρευστότητα των καταστάσεων και τις συγκρούσεις τους με τα «πρέπει» της κοινωνίας.
1. «Οι 6 πλευρές του τριγώνου» αποτελούν το πρώτο σας μυθιστόρημα που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Επίκεντρο. Πώς ξεκίνησε η συγγραφική αυτή διαδρομή και πόσος χρόνος χρειάστηκε τελικά για την ολοκλήρωση του βιβλίου;
Η συγγραφή προέκυψε από μια διαχρονική ανάγκη παρατήρησης κι ερμηνείας της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Το ενδιαφέρον για τις αντιφάσεις που χαρακτηρίζουν τις ανθρώπινες σχέσεις, για την απόσταση ανάμεσα στις προθέσεις και στις πράξεις, αλλά και για τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την ίδια πραγματικότητα, αποτέλεσε σταδιακά την αφετηρία μιας πιο συστηματικής ενασχόλησης με τη λογοτεχνία. Είχαν προηγηθεί ποιήματα, διηγήματα και θεατρικά έργα, επομένως το μυθιστόρημα δεν συνιστά την πρώτη απόπειρα δημιουργικής γραφής, αλλά την πρώτη ολοκληρωμένη κι εκδοτικά παρουσιασμένη προσπάθεια.
Η διαμόρφωση του βιβλίου δεν υπήρξε μια γραμμική διαδικασία. Η αρχική ιδέα εξελίχθηκε σταδιακά, καθώς οι χαρακτήρες απέκτησαν μεγαλύτερο βάθος κι οι μεταξύ τους σχέσεις άρχισαν να διαμορφώνουν την ίδια την αρχιτεκτονική της αφήγησης. Ιδιαίτερη σημασία είχε η επεξεργασία των διαφορετικών αφηγηματικών φωνών, ώστε κάθε πρόσωπο να διατηρεί τη δική του γλωσσική και ψυχολογική αυτονομία. Άλλωστε η ολοκλήρωση ενός μυθιστορήματος δεν ταυτίζεται απαραίτητα με τη συγγραφή της τελευταίας του σελίδας. Συχνά το ουσιαστικότερο μέρος της δημιουργικής διαδικασίας βρίσκεται στις διαδοχικές αναθεωρήσεις, στις αφαιρέσεις και στην αναζήτηση της κατάλληλης ισορροπίας ανάμεσα σε όσα αποκαλύπτονται και σε όσα παραμένουν σκόπιμα ανοιχτά. Στην περίπτωση των «Έξι πλευρών του τριγώνου», η διαδικασία αυτή διήρκεσε περίπου ενάμιση με δύο χρόνια, στη διάρκεια των οποίων το αρχικό συγγραφικό εγχείρημα απέκτησε σταδιακά την οριστική αφηγηματική κι αισθητική του μορφή.
2. Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για την υπόθεση του βιβλίου και για τους έξι χαρακτήρες που πρωταγωνιστούν σε αυτό;
«Οι έξι πλευρές του τριγώνου» είναι ένα πολυφωνικό μυθιστόρημα που παρακολουθεί τις διασταυρούμενες διαδρομές έξι ανθρώπων διαφορετικών ηλικιών, κοινωνικών εμπειριών κι αντιλήψεων στο Αργοστόλι της Κεφαλονιάς. Οι χαρακτήρες συνδέονται μεταξύ τους μέσα από σχέσεις φιλίας, έρωτα, επιθυμίας, εξάρτησης κι αντιπαράθεσης, δημιουργώντας ένα σύνθετο πλέγμα προσωπικών προσδοκιών κι ανεπίλυτων συγκρούσεων.
Η Μάρω, μια πενηντάχρονη σύμβουλος προσωπικής ανάπτυξης, βρίσκεται αντιμέτωπη με τις αντιφάσεις ανάμεσα στις βεβαιότητες που προβάλλει επαγγελματικά και στις αβεβαιότητες της προσωπικής της ζωής. Ο Σταύρος, πρώην εργολάβος κοντά στα εξήντα, κουβαλά τις εμπειρίες και τις αντιλήψεις μιας διαφορετικής γενιάς, προσπαθώντας να διαχειριστεί τις μεταβολές που επιφέρει ο χρόνος στις σχέσεις και στον εαυτό του. Ο Ορέστης, ένας εικοσιπεντάχρονος non-binary φοιτητής, διεκδικεί το δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό, αμφισβητώντας τις καθιερωμένες αντιλήψεις για το φύλο, την ταυτότητα και την προσωπική ελευθερία. Η Νάντια, φίλη του Ορέστη, αποτελεί μια εξίσου σύνθετη προσωπικότητα με τις δικές της επιθυμίες, αντιφάσεις και συναισθηματικές εκκρεμότητες. Ο Φάνης, ένας νέος που εργάζεται εποχικά στη Λάσση στην Κεφαλονιά, κι η Αλεξία, σπουδάστρια υποκριτικής, αποτελούν ένα ζευγάρι που δοκιμάζει τα όρια της ερωτικής ελευθερίας και της συντροφικής δέσμευσης. Ο Φάνης επιδιώκει να διατηρεί την ανεξαρτησία του στις σχέσεις, ενώ η Αλεξία αναπτύσσει μια απροσδόκητη συναισθηματική εγγύτητα με τον Σταύρο, έναν άντρα πολύ μεγαλύτερό της. Η σχέση τους αναδεικνύει την αντίφαση ανάμεσα στην ελευθερία που οι άνθρωποι διεκδικούν για τον εαυτό τους και σε εκείνη που δυσκολεύονται να παραχωρήσουν στον σύντροφό τους.
Κανένας από τους έξι χαρακτήρες δεν λειτουργεί ως αποκλειστικός φορέας της αλήθειας ή ως πρότυπο ηθικής συμπεριφοράς. Αντίθετα, ο καθένας διαθέτει τις δικές του αντιφάσεις, αδυναμίες κι εσωτερικές συγκρούσεις. Μέσα από τη συνύπαρξή τους, το μυθιστόρημα διερευνά την ελευθερία του αυτοπροσδιορισμού, τα όρια της αποδοχής και τη δυσκολία διαμόρφωσης ουσιαστικών ανθρώπινων δεσμών, χωρίς να επιχειρεί να επιβάλει μια συγκεκριμένη ερμηνεία των γεγονότων.
3. Το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας εξελίσσεται στο Αργοστόλι της Κεφαλονιάς. Γιατί επιλέξατε αυτόν τον συγκεκριμένο τόπο ως σκηνικό;
Η επιλογή του Αργοστολίου δεν υπαγορεύτηκε αποκλειστικά από την ανάγκη χωροθέτησης της αφήγησης. Ο τόπος λειτουργεί ως οργανικό στοιχείο του μυθιστορήματος, επηρεάζοντας την ατμόσφαιρα, τις συμπεριφορές και τη δυναμική των ανθρώπινων σχέσεων. Η Κεφαλονιά συνδυάζει μια ιδιαίτερη φυσική ομορφιά με έντονες ιστορικές και κοινωνικές αντιθέσεις, ενώ το Αργοστόλι διατηρεί τα χαρακτηριστικά μιας μικρής κοινωνίας που βρίσκεται σε διαρκή επικοινωνία με έναν ευρύτερο, εξωστρεφή κόσμο.
Σε έναν τέτοιο τόπο, η εγγύτητα των ανθρώπων δεν συνεπάγεται απαραίτητα και την ουσιαστική τους επικοινωνία. Αντίθετα, η οικειότητα μπορεί να συνυπάρχει με την κοινωνική επιτήρηση, τις προκαταλήψεις και την ανάγκη διατήρησης μιας συγκεκριμένης δημόσιας εικόνας. Παράλληλα η παρουσία τουριστών κι η εποχική μεταβολή της καθημερινότητας δημιουργούν ένα ενδιαφέρον πεδίο συνάντησης διαφορετικών αντιλήψεων και τρόπων ζωής.
Το φυσικό τοπίο αποκτά επίσης συμβολική λειτουργία. Η θάλασσα κι ο Αίνος δεν αποτελούν απλώς περιγραφικά στοιχεία, αλλά συμμετέχουν στη συναισθηματική συγκρότηση της αφήγησης. Η εξωτερική ομορφιά του τοπίου έρχεται συχνά σε αντίθεση με τις εσωτερικές συγκρούσεις των χαρακτήρων, αναδεικνύοντας την απόσταση ανάμεσα στη φαινομενική γαλήνη και στην πολυπλοκότητα της ανθρώπινης εμπειρίας.
4. Στο ντεμπούτο σας επιλέγετε μια ιδιαίτερη αφηγηματική προσέγγιση, παντρεύοντας τον εσωτερικό μονόλογο με αμιγώς θεατρικούς διαλόγους. Πώς προέκυψε αυτός ο συγγραφικός πειραματισμός; Αισθανθήκατε ότι η κλασική αφήγηση δεν αρκούσε για να αποδώσει την πολυπλοκότητα αυτών των έξι χαρακτήρων;
Η επιλογή της συγκεκριμένης αφηγηματικής τεχνικής συνδέεται πρωτίστως με τη φύση των χαρακτήρων και την ανάγκη να αποδοθεί η απόσταση ανάμεσα στον εσωτερικό τους κόσμο και στη δημόσια συμπεριφορά τους. Ο εσωτερικός μονόλογος επιτρέπει την πρόσβαση σε σκέψεις, επιθυμίες κι αντιφάσεις που συχνά παραμένουν ανείπωτες, ενώ ο θεατρικός διάλογος αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο αυτές οι εσωτερικές διεργασίες μετασχηματίζονται, αποκρύπτονται ή παραμορφώνονται κατά την επικοινωνία με τους άλλους.
Η προηγούμενη ενασχόληση με τη θεατρική γραφή συνέβαλε ουσιαστικά σε αυτή την επιλογή. Στο θέατρο, ο χαρακτήρας συγκροτείται σε μεγάλο βαθμό μέσα από τον λόγο, τη σιωπή, την αντίδραση και τη σύγκρουση. Η απουσία ενός αφηγητή που ερμηνεύει διαρκώς τις προθέσεις των προσώπων αφήνει μεγαλύτερο περιθώριο στον αναγνώστη/θεατή να διαμορφώσει τη δική του κρίση. Αντίστοιχα, ο εσωτερικός μονόλογος επιτρέπει να αναδειχθεί η ασυνέχεια της σκέψης κι η αντιφατικότητα της ανθρώπινης συνείδησης.
Δεν πρόκειται επομένως για απόρριψη της κλασικής αφήγησης ούτε για έναν πειραματισμό που επιδιώκει την πρωτοτυπία ως αυτοσκοπό. Κάθε αφηγηματική μορφή διαθέτει τις δικές της εκφραστικές δυνατότητες. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η εναλλαγή των τεχνικών εξυπηρετεί την πολυφωνική δομή του μυθιστορήματος κι επιτρέπει την παράλληλη παρουσίαση διαφορετικών, συχνά ασύμβατων, εκδοχών της ίδιας πραγματικότητας. Η αντίφαση ανάμεσα σε όσα σκέφτεται ένας χαρακτήρας και σε όσα τελικά εκφράζει αποτελεί άλλωστε ένα από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά των ανθρώπινων σχέσεων..
5. Μέσα από τον χαρακτήρα του Ορέστη φέρνετε στο προσκήνιο τη σύγχρονη ορολογία γύρω από το κοινωνικό φύλο, προκαλώντας ίσως αμηχανία στους μεγαλύτερους. Πόσο έτοιμη θεωρείτε ότι είναι η ελληνική κοινωνία —και η ελληνική λογοτεχνία— να αγκαλιάσει αυτούς τους όρους;
Η αμηχανία απέναντι σε έννοιες που αμφισβητούν παγιωμένες αντιλήψεις δεν αποτελεί αποκλειστικό χαρακτηριστικό των μεγαλύτερων ηλικιών. Συνδέεται ευρύτερα με τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες αντιλαμβάνονται την ταυτότητα, τη διαφορετικότητα και τα όρια της αυτοδιάθεσης. Οι έννοιες που αφορούν το κοινωνικό φύλο και τον αυτοπροσδιορισμό δεν δημιουργούν νέες ανθρώπινες εμπειρίες, προσφέρουν κυρίως ένα λεξιλόγιο για την περιγραφή εμπειριών που προϋπήρχαν, αλλά συχνά παρέμεναν αόρατες ή κοινωνικά αποσιωπημένες.
Ο Ορέστης δεν εντάχθηκε στο μυθιστόρημα προκειμένου να εκπροσωπήσει μια συγκεκριμένη κοινωνική κατηγορία ή να λειτουργήσει ως όχημα διατύπωσης ιδεολογικών θέσεων. Είναι ένας νέος άνθρωπος με επιθυμίες, αντιφάσεις, αδυναμίες και συναισθηματικές ανάγκες, όπως ακριβώς κι οι υπόλοιποι χαρακτήρες. Η ταυτότητα φύλου αποτελεί μια σημαντική διάσταση της προσωπικότητάς του, δεν εξαντλεί όμως το σύνολο της ύπαρξής του. Η αναγωγή ενός λογοτεχνικού προσώπου αποκλειστικά σε ένα χαρακτηριστικό του θα αναπαρήγαγε, με διαφορετικούς όρους, την ίδια απλουστευτική λογική που η λογοτεχνία επιδιώκει να αμφισβητήσει.
Η ελληνική κοινωνία βρίσκεται σε μια διαδικασία μεταβολής, στην οποία συνυπάρχουν η μεγαλύτερη ορατότητα διαφορετικών ταυτοτήτων κι η διατήρηση ισχυρών κοινωνικών στερεοτύπων. Η λογοτεχνία ωστόσο δεν χρειάζεται να περιμένει την κοινωνική συναίνεση για να πραγματευτεί ζητήματα που αφορούν την ανθρώπινη εμπειρία. Ούτε οφείλει να περιορίζεται σε μια παιδαγωγική ή διδακτική λειτουργία. Η σημαντικότερη συμβολή της είναι ότι μπορεί να μετατρέψει μια αφηρημένη έννοια σε συγκεκριμένο ανθρώπινο βίωμα, επιτρέποντας στον αναγνώστη να προσεγγίσει μια πραγματικότητα διαφορετική από τη δική του. Η κατανόηση δεν προϋποθέτει πάντοτε συμφωνία, προϋποθέτει όμως την αναγνώριση της ανθρώπινης υπόστασης του άλλου..
6. Ως πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας, τι γεύση σας άφησε αυτή η πρώτη επαφή με το αναγνωστικό κοινό και τι να περιμένουμε από εσάς στα επόμενα συγγραφικά σας βήματα;
Η πρώτη επαφή με το αναγνωστικό κοινό υπήρξε ιδιαίτερα ενθαρρυντική, κυρίως επειδή επιβεβαίωσε ότι ένα μυθιστόρημα που πραγματεύεται σύνθετα ζητήματα ταυτότητας, ανθρώπινων σχέσεων και κοινωνικών αντιφάσεων μπορεί να δημιουργήσει ουσιαστικό διάλογο με τους αναγνώστες. Η πρώτη ανατύπωση, σε σχεδόν δυο μήνες από την κυκλοφορία του βιβλίου, αποτέλεσε ασφαλώς μια ευχάριστη εξέλιξη. Ωστόσο μεγαλύτερη σημασία έχουν οι διαφορετικές αναγνώσεις του έργου, οι προσωπικές ερμηνείες των χαρακτήρων κι οι συζητήσεις που αναπτύσσονται γύρω από τις επιλογές και τις συμπεριφορές τους.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι αναγνώστες δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τα ίδια πρόσωπα ούτε αξιολογούν με τον ίδιο τρόπο τις πράξεις τους. Ένας χαρακτήρας μπορεί να προκαλεί συμπάθεια σε κάποιον κι έντονη αποδοκιμασία σε κάποιον άλλον. Αυτή η διαφοροποίηση αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, την επιβεβαίωση της πολυφωνικής λογικής του μυθιστορήματος. Η λογοτεχνία δεν χρειάζεται να εξασφαλίζει την ομοφωνία, αλλά να δημιουργεί τις προϋποθέσεις για διαφορετικές ακόμη κι αντικρουόμενες ερμηνείες.
Όσον αφορά τα επόμενα συγγραφικά βήματα, η ενασχόληση με τη λογοτεχνία συνεχίζεται με ένα νέο μυθιστόρημα, διαφορετικό ως προς τη θεματική, την ατμόσφαιρα και την αφηγηματική του συγκρότηση. Παραμένει ωστόσο το ενδιαφέρον για την ανθρώπινη συμπεριφορά, τις αντιφάσεις της προσωπικής ταυτότητας και τους μηχανισμούς που καθορίζουν τις επιλογές μας. Το ζητούμενο δεν είναι η επανάληψη μιας επιτυχημένης αφηγηματικής συνταγής, αλλά η αναζήτηση νέων εκφραστικών δυνατοτήτων κι η διαρκής δοκιμασία των ορίων της συγγραφικής διαδικασίας.
Λίγα λόγια για το βιβλίο: Έξι άνθρωποι. Τρεις σχέσεις. Ένα τρίγωνο που αλλάζει διαρκώς σχήμα. Στο Αργοστόλι της Κεφαλονιάς, έξι ζωές διασταυρώνονται σε έναν ιστό επιθυμίας, μνήμης κι απώλειας. Η Μάρω, ο Σταύρος, ο Ορέστης, η Νάντια, ο Φάνης κι η Αλεξία αναζητούν την αγάπη, την ελευθερία και τον ίδιο τους τον εαυτό, την ώρα που οι βεβαιότητές τους καταρρέουν. Καθώς οι ρόλοι μεταβάλλονται και τα όρια δοκιμάζονται, κάθε επιλογή γεννά νέες συγκρούσεις και κάθε εξομολόγηση ανοίγει ακόμη μια πληγή. Ένα σύγχρονο μυθιστόρημα για την ταυτότητα, τη σεξουαλικότητα και τις εκκρεμότητες της αγάπης. Για όλα όσα μας ενώνουν, μας χωρίζουν και τελικά μας αφήνουν μετέωρους.

Η Εύη Δουργούτη επιστρέφει δυναμικά στη λογοτεχνία με το νέο της μυθιστόρημα «Η Οργή που Ματώνει τη Μέρα», ένα έργο που συνδυάζει μυστήριο, ψυχολογικό βάθος και κοινωνικούς προβληματισμούς. Με καταγωγή από τον Έβρο, η συγγραφέας έχει ήδη αφήσει το αποτύπωμά της με τρία προηγούμενα βιβλία — δύο για ενήλικες και ένα παιδικό — τα οποία κυκλοφόρησαν από άλλο εκδοτικό οίκο. Στο νέο της έργο, μας μεταφέρει στην Ορεινή Αρκαδία της δεκαετίας του ’80, όπου μια σειρά από ανατροπές και μυστικά υφαίνουν την πλοκή. Με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου, μιλήσαμε μαζί της για τις πηγές έμπνευσης, τις προκλήσεις της συγγραφής και την προσωπική της διαδρομή.
«Η Οργή που Ματώνει τη μέρα» αποτελεί το τρίτο σας προσωπικό μυθιστόρημα που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Έξη. Πως γεννήθηκε η ιδέα της ιστορίας;
Το συγκεκριμένο βιβλίο «γεννήθηκε» από έναν εφιάλτη που είδα κάπου το 2019. Ήταν ένα έντονο όνειρο, τόσο ζωντανό που χαράχτηκε στο μυαλό μου για μέρες. Εκείνη την περίοδο πειραματιζόμουν με διάφορες ιδέες αναζητώντας την έμπνευση για ένα νέο μυθιστόρημα. Εντελώς αυθόρμητα δοκίμασα να αναπτύξω και αυτή τη σκέψη. Και κάπως έτσι, χωρίς να το καταλάβω, άρχισε να παίρνει μορφή το βιβλίο που κρατάμε σήμερα στα χέρια μας. Δεν ήταν εξαρχής η πρόθεσή μου να γράψω για μια γυναικοκτονία, όμως μετά τον εφιάλτη αυτό, είχα ξεκάθαρη εικόνα της κεντρικής υπόθεσης.
Η Ορεινή Αρκαδία της δεκαετίας του ΄80 είναι το σκηνικό που διαδραματίζεται ένα μέρος της ιστορίας σας. Γιατί επιλέξατε αυτήν την εποχή και αυτόν τον τόπο;
Επέλεξα την Ορεινή Αρκαδία γιατί είναι από τα αγαπημένα μου μέρη και έχει για εμένα μια γοητεία αλλιώτικη. Ήθελα να αποτυπώσω έναν τόπο όπου ο χρόνος κυλά διαφορετικά, όπου οι άνθρωποι ζουν κοντά στη φύση αλλά και στις δικές τους ιστορίες και προκλήσεις. Η δεκαετία του ’80 προσφέρει επίσης ένα πλαίσιο διαφορετικό από το σήμερα, με τα γεγονότα, τις συνήθειες και τις μικρές καθημερινές στιγμές που καθόρισαν τότε την καθημερινότητα. Ο τόπος και ο χρόνος γίνονται σχεδόν χαρακτήρες που επηρεάζουν τις ιστορίες των ηρώων και την ατμόσφαιρα της αφήγησης.
Το μυθιστόρημα συνδυάζει δυο χρονικές περιόδους και δείχνει πως το παρελθόν επηρεάζει το παρόν. Υπήρξαν προκλήσεις στη διαχείριση αυτής της δομής;
Ναι, η διαχείριση δύο χρονικών περιόδων αποτέλεσε μια ιδιαίτερη πρόκληση κυρίως σε ό,τι αφορά τη ροή και τη συνοχή της αφήγησης. Ήθελα οι δύο ιστορίες να συνομιλούν χωρίς να μπερδεύονται, να φωτίζει η μία την άλλη. Κι αυτό απαιτούσε προσοχή στη δομή, στον ρυθμό και στη συναισθηματική ισορροπία. Ήταν μια απαιτητική αλλά και γοητευτική διαδικασία γιατί μέσα από αυτήν συνειδητοποίησα πως, όσο κι αν αλλάζουν οι εποχές, τα ανθρώπινα ένστικτα και οι ανάγκες παραμένουν τα ίδια.
Πόσος χρόνος χρειάστηκε για την ολοκλήρωση του βιβλίου;
Χρειάστηκαν περίπου 2 χρόνια! Η συγκεκριμένη ιστορία παρέμεινε στο συρτάρι για πάρα πολύ καιρό, αφού το ολοκλήρωσα το 2021. Στεναχωρήθηκα, θύμωσα, απελπίστηκα και τη στιγμή που αισθάνθηκα πως θα παραιτηθώ από την προσπάθεια και πως αυτή η ιστορία θα μείνει τελικά σ’ εκείνο το σκοτεινό συρτάρι, ως δια μαγείας, όλα ανατράπηκαν.
Πείτε μας λίγα λόγια για το βιβλίο και τους χαρακτήρες του.
Η γυναικοκτονία είναι ο πυρήνας γύρω από τον οποίο περιστρέφεται ολόκληρο το σύμπαν της αφήγησης. Το έγκλημα λειτουργεί σαν σεισμός, και οι μετασεισμοί του (τα αποτελέσματα που αφήνει πίσω του) διαρκούν για δεκαετίες. Η νεαρή κοπέλα βιάζεται και δολοφονείται από πέντε αγόρια, που δεν είναι ξένοι, αλλά μέλη της ίδιας κοινότητας. Η βία υπάρχει μέσα στον ίδιο μας τον κοινωνικό ιστό. Ο ήρωας επιστρέφει 40 χρόνια μετά για να ξεθάψει ένα μυστικό, όχι μόνο για να αποδοθούν ευθύνες, αλλά και για να ακουστεί μια φωνή που είχε θαφτεί. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς «ποιος το έκανε;», αλλά «γιατί σωπάσαμε;».
Οι χαρακτήρες προσπάθησα να έχουν κάτι το οικείο. Θα μπορούσαν να είναι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, πρόσωπα που συναντάμε καθημερινά, κουβαλώντας ο καθένας τη δική του ιστορία, τις πληγές και τα όνειρά του. Όλοι φέρουν τον δικό τους σταυρό: άλλος βαρύτερο, άλλος πιο διαχειρίσιμο. Κουβαλούν σκοτάδια, μυστικά και τραύματα και παλεύουν με τους προσωπικούς τους δαίμονες κι αυτό τους κάνει πραγματικούς, ανθρώπινους, και οικείους στον αναγνώστη.
Τα προηγούμενα τρία βιβλία σας κυκλοφόρησαν από άλλο εκδοτικό. Σας επηρέασε αυτή η αλλαγή στο ύφος και στην θεματική του νέου σας βιβλίου;
Κάθε συνεργασία αφήνει το αποτύπωμά της όμως το ύφος και η θεματική μου εξελίσσονται κυρίως μέσα από την προσωπική μου πορεία. Επομένως η αλλαγή εκδοτικού δεν υπήρξε ο λόγος της αλλαγής στο ύφος μου. Περισσότερο αντικατοπτρίζει μια δική μου φυσική εξέλιξη. Με τα χρόνια τα ερεθίσματα αλλάζουν, μαθαίνεις νέα πράγματα, ωριμάζεις ως άνθρωπος και ως δημιουργός. Έτσι, κάθε βιβλίο γίνεται ένα βήμα που φέρνει κάθε συγγραφέα πιο κοντά στον «σημερινό» του εαυτό.
Υπάρχει κάποια σκηνή στο βιβλίο που σας δυσκόλεψε κατά την συγγραφή της; Σίγουρα η σκηνή του βιασμού ήταν πολύ δύσκολη αλλά ακόμα πιο απαιτητικές ήταν οι σκηνές των εγκλημάτων συνολικά. Το να μπορέσω να μπω στο μυαλό του δολοφόνου και να αποδώσω με ακρίβεια τη σκέψη και τη συμπεριφορά του χωρίς να γλιστρήσω σε υπερβολές ήταν μεγάλη πρόκληση. Ήθελα να δείξω την αλήθεια της πράξης αλλά με σεβασμό στην τραγικότητα της κατάστασης και στο συναίσθημα των αναγνωστών.
Τί θα θέλατε να κρατήσουν οι αναγνώστες από την «Οργή που ματώνει την μέρα» αφού το ολοκληρώσουν;
Θα ήθελα οι αναγνώστες να κρατήσουν την αίσθηση ότι η σιωπή και η ανοχή έχουν συνέπειες και ότι τα τραύματα του παρελθόντος συνεχίζουν να επηρεάζουν το παρόν, γι’ αυτό οφείλουμε να τα αντιμετωπίζουμε και να τα γιατρεύουμε. Ελπίζω να σκεφτούν την ανάγκη για δικαιοσύνη, για αλήθεια αλλά και τη δύναμη της φωνής που δεν πρέπει να σωπαίνει.
Πως βιώνετε την επικοινωνία με τους αναγνώστες σας; Υπήρξε κάποιο σχόλιο ή μήνυμα που σας έκανε να δείτε διαφορετικά τη συγγραφή;
Η επικοινωνία με τους αναγνώστες είναι για εμένα από τα πιο πολύτιμα κομμάτια της συγγραφής. Μέσα από τα μηνύματα και τις συζητήσεις μαζί τους βλέπω πώς ένα κείμενο που ξεκίνησε ως προσωπική ανάγκη, μπορεί να αγγίξει διαφορετικούς ανθρώπους με διαφορετικό για τον καθένα τρόπο. Κάποια σχόλια με έχουν συγκινήσει βαθιά γιατί μου θύμισαν ότι η γραφή συνεχίζει να έχει νόημα μόνο όταν συναντά τον άλλον. Δεν θα έλεγα ότι με έκαναν να αλλάξω τον τρόπο που γράφω αλλά σίγουρα με βοήθησαν να δω πιο καθαρά γιατί γράφω.
Υπάρχουν επόμενα συγγραφικά σχέδια που θα θέλατε να μοιραστείτε;
Ναι, υπάρχουν δύο ανολοκλήρωτα μυθιστορήματα τα οποία δουλεύω αυτή την περίοδο. Προχωρούν αργά, με τον ρυθμό που χρειάζονται, γιατί κάθε ιστορία χρειάζεται τον δικό της χρόνο για να ωριμάσει. Είναι λοιπόν νωρίς για να αποκαλύψω λεπτομέρειες, μπορώ όμως να πω πως και τα δύο κουβαλούν κάτι διαφορετικό από ό,τι έχω γράψει μέχρι σήμερα.
Ο συγγραφέας Γιώργος Γιώτσας μιλάει για το τελευταίο του προσωπικό μυθιστόρημα με τίτλο «Το ξεχωριστό παιδί». Πρόκειται για ένα ιδιαίτερο βιβλίο για τον ίδιο τον συγγραφέα, μιας που παρουσιάζει μια συγκλονιστική ιστορία για έναν πατέρα που προσπαθεί να κατανοήσει και να αποδεχτεί τον αυτιστικό γιο του. Ο Γιώργος Γιώτσας είναι ο μοναδικός Έλληνας συγγραφέας του φανταστικού με τρία βιβλία back to back στα top-10 των βραβείων Public, όπως τα ψήφισαν χιλιάδες αναγνώστες. To 2025 η Athens Voice ανέδειξε “Το Ξεχωριστό Παιδί” (εκδ. Bell) ως το "Καλύτερο βιβλίο της χρονιάς" μετά από επιλογή στα 12 καλύτερα βιβλία, από την συντακτική της ομάδα, και ψηφοφορία αναγνωστών για την πρώτη θέση.
1. Το τελευταίο σας βιβλίο, «Το ξεχωριστό παιδί» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Bell και είναι η ιστορία ενός πατέρα που προσπαθεί να κατανοήσει και να αποδεχτεί τον αυτιστικό γιο του. Σαν πατέρας με παιδί με αυτισμό, πόσο δύσκολο ήταν να μετατρέψετε μια προσωπική εμπειρία σε λογοτεχνικό έργο;
Αρχικά να μοιραστώ μαζί σας αυτό: Αισθάνομαι πως το να είμαι γονιός σε ένα παιδί με αυτισμό, στην πραγματικότητα με άλλαξε· Θέλω κάθε μέρα να γίνομαι καλύτερος άνθρωπος, σας το γράφω με το χέρι στην καρδιά. Θέλω να είμαι εκεί για το παιδί, και καλλιεργώ την ενσυναίσθηση μου για όλους τους ανθρώπους που αντιμετωπίζουν δύσκολες καταστάσεις. Στα λιγότερο σημαντικά πάλι, με έκανε αν μου επιτρέπετε, καλύτερο και ως συγγραφέα. Γιατί αν μιλήσουμε για τα βιβλία τώρα, γράφω με ψυχή. Γράφω με καρδιά. Για "Το ξεχωριστό παιδί" ως πατέρας παιδιού στο φάσμα του αυτισμού, αλλά ταυτόχρονα και ως έμπειρος συγγραφέας, η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετώπισα ήταν να αποστασιοποιηθώ από την ιστορία, παρουσιάζοντας όλα όσα βιώνουμε καθημερινά εμείς και αρκετές οικογένειες. Ήταν αρκετά δύσκολο και γεμάτο ρίσκο. Εν τέλει πέτυχα πιστεύω έναν συνδυασμό, με το βιβλίο να έχει πολλά βιωματικά στοιχεία από την μία, αλλά ταυτόχρονα ο ήρωας να είναι ένας «κόντρα ρόλος» σε εμένα, όπως σημείωσε πολύ σωστά ο εκδότης των εκδόσεων Bell Χάρης Νικολακάκης. Τη στιγμή που σας γράφω τις γραμμές αυτές, βλέπω την ανακοίνωση για ένα σημαντικό βραβείο, για "Το ξεχωριστό παιδί", καθώς η Athens Voice το φιλοξενεί στις σελίδες της ως "Το καλύτερο fiction μυθιστόρημα της χρονιάς"!
2. Πόσος χρόνος χρειάστηκε για την ολοκλήρωση του βιβλίου;
Ο Stephen King έλεγε πως η έρευνα είναι το αλατοπίπερο ενός μυθιστορήματος. Για «Το ξεχωριστό παιδί» είχα τόνους αλατιού και πιπεριού από όσα βιώνουμε καθημερινά στην οικογένεια, αλλά και από την μακροχρόνια τριβή μου με τα του αυτισμού, και τους υπέροχους ανθρώπους που γνώρισα στο ταξίδι αυτό, και θέλοντας να διηγηθώ μια ιστορία για την αναπηρία, εντάσσοντας την σε πλαίσια ενός συναρπαστικού ελπίζω μυθιστορήματος, έμενε να το κάνω με αγάπη και σεβασμό. Η συγγραφή του βιβλίου «Το ξεχωριστό παιδί» μου πήρε περίπου 3 χρόνια. Η απαρχή έγινε το 2020, τη χρονιά της πανδημίας λόγω COVID (για αυτό και το γεγονός της καραντίνας αναφέρεται στο βιβλίο), και η ολοκλήρωση έλαβε χώρα στο πανέμορφο νησί της Σκύρου, το αποκαλόκαιρο του 2023.
3. Πως θα χαρακτηρίζατε το βιβλίο σας;
Σε τελική ανάλυση πιστεύω πως είναι ένα βιβλίο για την αγάπη. Θα δανειστώ τη φράση του αρθρογράφου στο Metal Hammer, Γιώργου Τρίγκα, που σημείωσε για το βιβλίο: “...Εκεί κρύβεται εν τέλει το νόημα όλων των σημαντικότερων στιγμών της ζωής μας, έτσι δεν είναι;" Το μήνυμα πέραν της απόλαυσης ενός καλού βιβλίου, είναι η ενσυναίσθηση. Ο έρωτας. Η αγάπη..
4. Ποια είναι η σημασία του τίτλου «Το ξεχωριστό παιδί»;;
Είμαι πραγματικά περήφανος και χαρούμενος για τους τίτλους που έχω επιλέξει όλα αυτά τα χρόνια για τα βιβλία, είναι όλοι δικοί μου και δίνουν με έναν μοναδικό τρόπο το στίγμα τους, πριν ξεκινήσεις την ανάγνωση του κάθε βιβλίου. «Το ξεχωριστό παιδί» είναι η νέα μας συνεργασία με τις εκδόσεις Bell, μετά την επιτυχημένη λογοτεχνική μου στροφή με "Το κουτί" το 2020, που συνοδεύτηκε από ένα νέο αναγνωστικό κοινό και σημαντικές βραβεύσεις. Ένιωσα με "Το ξεχωριστό παιδί" πως ήταν η ώρα να γράψω ένα βιβλίο με διαφορετική σημασία και κοινωνικά μηνύματα σε σχέση με το προηγούμενο μυθιστόρημα που έθιγε το ρατσισμό, το σεξισμό, το bullying -και ορμητικά από μέσα μου, από την καρδιά, από τη ψυχή, από ότι αποκαλούμε "Μούσα", εμφανίστηκε το ζήτημα της αναπηρίας, του αυτισμού στην περίπτωση μας, της κοινωνικής αποδοχής ή του κοινωνικού αποκλεισμού, ζητήματα που εμείς οι οικογένειες με παιδιά ΑμεΑ αντιμετωπίζουμε καθημερινά. Που αντιμετωπίζουν καθημερινά όλα τα "ξεχωριστά παιδιά";... Ο τίτλος ήταν εκεί και η ιστορία ήρθε στη ζωή, άνθισε και εμπλουτίστηκε πέραν των άλλων, με ένα ισχυρό ερωτικό μέρος που έγινε το όχημα για να μιλήσουμε για άλλα κοινωνικά ζητήματα όπως αυτό της κακοποίησης και εκμετάλλευσης, αλλά και για ελπιδοφόρα κομμάτια της ζωής μας, όπως ο έρωτας και -όπως μου αρέσει να πιστεύω, εκείνο της κινητήριας δύναμης στη ζωή αυτή- της αγάπης.
5. Ο κεντρικός χαρακτήρας της ιστορίας είναι ο Ηλίας, συγγραφέας και πατέρας ενός παιδιού με ειδικές ανάγκες. Ο Ηλίας δεν έχει αποδεχθεί την διαφορετικότητα του παιδιού του. Ποια πιστεύετε ότι είναι τα βαθύτερα αίτια που οδηγούν κάποιους γονείς να δυσκολεύονται να αποδεχτούν την διαφορετικότητα των παιδιών τους;
Όλα αυτά τα χρόνια που προχωράμε ολόκληρη η οικογένεια, σε καθημερινό αγώνα με το παιδί, έχω μάθει δυστυχώς πως πολλές οικογένειες -αν όχι οι περισσότερες- που έχουν παιδί ΑμέΑ (με νοητική υστέρηση όπως ο μη λεκτικός αυτισμός), έχουν διαλυθεί. Και διάλυση δεν σημαίνει μόνο διαζύγιο. Είναι τόσο τρομακτικό και τόσο απλό ταυτόχρονα. Δεν άντεξαν. Και η γνώση και εμπειρία που έχω προσωπικά από αυτή την μακροχρόνια πορεία αναζήτησης γνώσης για τον αυτισμό αλλά και ενεργής περιπλάνησης στους χώρους, είναι πως οι περισσότεροι γονείς, όταν λαμβάνουν διάγνωση για τον αυτισμό, και η αόρατη αυτή αναπηρία γίνεται ορατή στα μάτια τους, και τη ζωή τους, αντιδρούν με αρνητισμό! Δεν δέχονται τη διάγνωση! Αυτό είναι το πρώτο λάθος και ένα από τα μεγαλύτερα. Το παιδί χρειάζεται πρώιμη παρέμβαση και θεραπείες, από τη στιγμή που γνωστοποιηθεί η διάγνωση και επιβεβαιωθεί αν θέλετε, σύντομα και από δεύτερο ή τρίτο γιατρό. Το γιατί δεν μπορούν να αποδεχθούν την ιδιαιτερότητα του παιδιού τους, είναι ένας συνδυασμός παραγόντων με κυριότερο το φόβο. Φόβος για την επικείμενη καθημερινή μάχη. Φόβος για τη -κάθε άλλο παρά θριαμβευτική- σταθερή απώλεια που συνεπάγεται η διάγνωση αυτή, όπως και φόβος για την αντιμετώπιση της κοινωνίας. Ως Γιώργος, συμπεριφέρθηκα με ευθύνη, αγάπη και θάρρος -έβγαλα το κεφάλι μου έξω στον κόσμο, και έγιναν όλα όσα έγιναν. Δεν ένιωσα ποτέ μου πικρία για την "αόρατη" αναπηρία του παιδιού μας, μόνο αγάπη, σεβασμό και θαυμασμό για εκείνο.
6. Πιστεύετε ότι η λογοτεχνία παίζει ρόλο στην ευαισθητοποίηση του κοινού για θέματα όπως ο αυτισμός;
Όπως έγραψε και ο Ουίλιαμ Μπάροουζ, "Η συγγραφή είναι ακριβώς αυτό. Όχι μια απόδραση από την πραγματικότητα, αλλά μια προσπάθεια να αλλάξουμε την πραγματικότητα". Τα βιβλία αποτελούν μια ισχυρή βάση του πολιτισμού μας. Όπως όλες οι τέχνες, τα βιβλία είναι το κάτοπτρο της ψυχής ενός λαού. Σίγουρα επιδιώκω με τη φωνή και τη δράση μου ως πεπειραμένος συγγραφέας, να έχουμε μια κοινωνία με περισσότερη ενσυναίσθηση και αποδοχή του διαφορετικού, με αλληλεγγύη για όλους και με κατανόηση.
7. Ποια συμβουλή θα δίνατε στους γονείς παιδιών με αυτισμό;
Όπως λέει κάποια στιγμή η Νατάσα στον Ηλία μέσα στο βιβλίο, "Ο φόβος είναι ένας ηλίθιος". Ο φόβος είναι το θολό πρίσμα που διαστρεβλώνει την ευτυχία, που σβήνει τις ευκαιρίες, που καταδικάζει έναν αγώνα πριν αυτός ξεκινήσει. H συμβουλή μου στους γονείς παιδιών με αυτισμό αλλά και σε όλους τους γονείς με παιδιά ΑμέΑ είναι αυτή: Όχι στο φόβο! Για όλους μας που ζούμε μια τέτοια καθημερινότητα, θα αφιερώσω με πολύ αγάπη το τραγούδι των R.E.M. "Walk unafraid". Και το βιβλίο φυσικά!
8. Υπάρχουν επόμενα συγγραφικά σχέδια που θα θέλατε να μοιραστείτε;
Εξακολουθώ να είμαι ανήσυχος δημιουργικά, αλλά δεν έχω ξεκινήσει να γράφω νέο βιβλίο. Είναι μια περίοδος -συγγραφικά πάντα μιλώντας- ξεκούρασης και περισυλλογής που την έχω τόσο ανάγκη, καθώς φυσικά απολαμβάνω κάθε βήμα στο ταξίδι που ήδη κάνει “Το ξεχωριστό παιδί”!
Ευχαριστώ ειλικρινά για τη φιλοξενία!
Ο συγγραφέας John Emmans (κατά κόσμον Γιάννης Εμμανουηλίδης) μιλάει για το τρίτο του προσωπικό μυθιστόρημα με τίτλο «Μόνο εκείνη ξέρει». Πρόκειται για ένα καλογραμμένο κοινωνικό μυθιστόρημα στο οποίο κυριαρχεί ο έρωτας, το μεταφυσικό και το μυστήριο ενώ παράλληλα θίγονται πολλά ζητήματα της σημερινής κοινωνίας.
Το βιβλίο «Μόνο εκείνη ξέρει» αποτελεί το τρίτο προσωπικό σας μυθιστόρημα που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γράφημα. Τι σας ώθησε να γράψετε την συγκεκριμένη ιστορία;
Πριν από αρκετό καιρό είχα διαβάσει κάπου ένα άρθρο για έναν ασυνείδητο οδηγό ο οποίος είχε χτυπήσει με το αυτοκίνητό του ένα παλικάρι και το εγκατέλειψε στη μέση του δρόμου. Αναρωτήθηκα τότε πως μπορεί, πως είναι δυνατόν, να παρατάει κάποιος έναν άνθρωπο αιμόφυρτο στη μέση του δρόμου; Πέντε-έξι χρόνια μετά, καθώς επέστρεφα ένα βράδυ από τη Χαλκιδική, έκανα μια στάση σε φημισμένη αλυσίδα καφέ της χώρας, για να πάρω προμήθειες. Εκεί είδα μια άγνωστη γυναίκα να κάθεται μόνη σε ένα τραπέζι και να κλαίει απαρηγόρητη. Ένα ασθενοφόρο πέρασε από μπροστά μας με τις σειρήνες να στριγγλίζουν σαν δαιμονισμένες. Πριν χαθεί από το οπτικό πεδίο μας, το βλέμμα της γυναίκας με έκανε να καταλάβω πως κάποια σύνδεση υπήρχε με εκείνη και το ασθενοφόρο. Επιστρέφοντας στο σπίτι μου θυμήθηκα το άρθρο που είχα διαβάσει, σχετικά με την εγκατάλειψη θύματος τροχαίου, και βάζοντας σε μια σειρά τις σκέψεις μου κατέληξα να γράφω το «Μόνο εκείνη ξέρει».
Πόσο απαιτητική ήταν η συγγραφική διαδικασία και πόσο χρόνο σας πήρε η ολοκλήρωση του βιβλίου;
Ήθελα να εστιάσω στην ψυχοσύνθεση του δράστη, να εξετάσω τις αιτίες που τον οδήγησαν σε αυτή την αποτρόπαια πράξη και ομολογουμένως όλη η διαδικασία, η οποία διήρκησε ενάμισι χρόνο, ήτο ψυχοφθόρα. Τούτο το βιβλίο με δυσκόλεψε πιο πολύ από όλα όσα έχω ολοκληρώσει μέχρι σήμερα επειδή το θέμα του ήταν τόσο έντονο που σταματούσα συχνά τη συγγραφή προσπαθώντας να βρω την αυτοκυριαρχία μου.
Πως θα χαρακτηρίζατε το βιβλίο σας;
Αρχικά ήθελα ένα σκοτεινό και έντονο βιβλίο όμως τελικά άφησα το συναίσθημα να με καθοδηγήσει κι εκείνο αποφάσισε να ανακατέψει το δράμα με τον ρομαντισμό και τον τρόμο δημιουργώντας ένα κοινωνικό ψυχολογικό θρίλερ.
Το εξώφυλλο και ο τίτλος του βιβλίου ήταν επιλογή δική σας ή του εκδοτικού;
Το εξώφυλλο ήταν απόφαση του εκδοτικού και ο τίτλος δική μου επιλογή. Πείτε μας λίγα λόγια για το βιβλίο και τους χαρακτήρες του. Ένα θανατηφόρο τροχαίο ατύχημα θα αλλάξει για πάντα τις ζωές δυο ανθρώπων και των οικογενειών τους. Η μοίρα θα υφάνει μια σπαρακτική ερωτική ιστορία φέρνοντάς τους αντιμέτωπους με τη σκληρή πραγματικότητα. Πρωταγωνιστές της ιστορίας μου είναι η Ανδριάνα και ο Λευτέρης. Εκείνη κοντεύει τα σαράντα, είναι φαρμακοποιός, πνιγμένη στα χρέη, που προσπαθεί να ορθοποδήσει οικονομικά και συναισθηματικά, καθώς ο πρώην σύντροφός της, τον οποίο δεν ξεπέρασε, παντρεύεται κάποιαν άλλη. Εκείνος είναι ένας ώριμος σαραντάρης, πατέρας δύο ανήλικων παιδιών, που προσπαθεί να πολεμήσει το σκοτάδι που τυλίγει τη ζωή του από την αποφράδα βραδιά του Ιουλίου όπου ένας ασυνείδητος οδηγός χτύπησε την έγκυο γυναίκα του και την παράτησε να αργοπεθαίνει στην κρύα άσφαλτο…
Υπάρχουν κάποια σημεία ταύτισης της δική σας προσωπικότητας, με κάποιον από τους χαρακτήρες του βιβλίου σας;
Όχι, κανένας από τους ήρωες δεν έχει στοιχεία της δικής μου προσωπικότητας, ωστόσο συμπαθώ τον παππού Ορέστη, θα μπορούσα να κάνω άνετα παρέα μαζί του.
Οι πρωταγωνιστές της ιστορίας, η Ανδριάνα και ο Λευτέρης είναι δύο άνθρωποι, που παρά τα όσα τους χωρίζουν, ερωτεύονται. Πιστεύετε ότι στην σημερινή εποχή είναι εύκολο να κρατηθεί μια σχέση δύο ανθρώπων;
Η σχέση, σε όλες τις εκφάνσεις της, είτε ερωτική είτε φιλική, προϋποθέτει θυσία και κατανόηση, να αφήσουμε στην άκρη το «ΕΓΩ» και να εστιάσουμε στο «ΕΜΕΙΣ». Κι αν αυτό ακούγεται κοινότοπο ή γραφικό στη σημερινή κοινωνία του διαδικτυακού θεαθήναι, δεν θα έπρεπε, διότι αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα. Στην πλειοψηφία της η ανθρωπότητα δεν έχει μάθει να μοιράζεται, να υποχωρεί και να κατανοεί, όλοι πιστεύουν ότι έχουν δίκιο, πολλές φορές περισσότερο από όσο τους αναλογεί, δίχως να μπαίνει κανείς στη διαδικασία να αναρωτηθεί πόσο δίκιο έχει η άλλη πλευρά, ο σύντροφος, ο φίλος, ο γείτονας μας… (πάντα φταίνε οι άλλοι) Η σχέση των ανθρώπων απορρέει από το «ΕΜΕΙΣ». Δυστυχώς, όμως, σε τούτη την εποχή που διανύουμε, λόγω της απότομης τεχνολογικής εξέλιξης, οι άνθρωποι κλείστηκαν στους εαυτούς τους, δεν εμπιστεύονται εύκολα τους γύρω τους, δεν είναι διατεθειμένοι να κάνουν υποχωρήσεις και να μοιραστούν. Έτσι, το ατροφικό «ΕΜΕΙΣ» υποφέρει και αργοπεθαίνει από τα βασανιστήρια του υπερτροφικού «ΕΓΩ». Σαφώς κάθε εποχή έχει τις τάσεις και τους κανόνες της, ο κόσμος διαρκώς αλλάζει, το θέμα είναι μαζί με την τεχνολογική εξέλιξη να έρχεται και πνευματική αλλιώς θα γκρεμιστεί. Θέλω να είμαι αισιόδοξος και να ελπίζω πως όλα θα πάνε καλά, κάποια στιγμή θα βρούμε τα πατήματά μας και θα ισορροπήσουμε μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα παράνοιας, που σφυρηλατεί τη ζωή μας.
Κατά τη συγγραφή θίξατε αρκετά σοβαρά ζητήματα μεταξύ αυτών η χρήση και η επικινδυνότητα του διαδικτύου. Θεωρείται ότι ο κόσμος του διαδικτύου είναι πλέον πιο όμορφος και ενδιαφέρον από την θάλασσα και την φύση;
Παρότι οι περισσότεροι από εμάς θα απαντούσαμε κατηγορηματικά πως ο κόσμος του διαδικτύου δεν είναι πιο όμορφος από την θάλασσα και τη φύση, οι πράξεις και ο τρόπος ζωής μας μαρτυρούν το αντίθετο. Ο κόσμος του διαδικτύου γίνεται όλο και πιο ελκυστικός επειδή χάσαμε την επαφή μας με τη φύση. Όταν βρισκόμαστε στη θάλασσα, στο βουνό και το δάσος, αντί να απολαμβάνουμε την ομορφιά του τοπίου, κοιτάζουμε συνεχώς το κινητό και χανόμαστε (ή πιανόμαστε) στον κόσμο του διαδικτύου (δίχτυ) και των ιστοσελίδων (ιστός) Όπως με όλα τα πράγματα, έτσι και με το διαδίκτυο, η υπερβολική ή λάθος χρήση του κάνει κακό, όμως όταν υπάρχει μέτρο γίνεται ωφέλιμο και χρήσιμο.
Υπάρχουν επόμενα συγγραφικά σχέδια που θα θέλατε να μοιραστείτε;
Υπάρχουν πολλές ολοκληρωμένες ιστορίες που περιμένουν τη σειρά τους. Προς το παρόν προσπαθώ να αποφασίσω αν το επόμενο συγγραφικό βήμα μου θα είναι τρόμου ή μια συλλογή συναισθηματικών, συγκινητικών, διηγημάτων, με φόντο μια παραθαλάσσια πόλη.
Σας ευχαριστώ για τη φιλοξενία και την ευκαιρία που μου δώσατε να μιλήσω για το βιβλίο μου. Εύχομαι σε εσάς και τους αναγνώστες σας υγεία! Καλές και ποιοτικές αναγνώσεις
Ο συγγραφέας και περιβαλλοντολόγος Μανώλης Παλαβούζης μιλάει για το έκτο του προσωπικό μυθιστόρημα με τίτλο «Σιβηρία». Πρόκειται για μια μια φανταστική ιστορία που εκτυλίσσεται, όπως προδίδει κι ο τίτλος, στην Σιβηρία. Χρησιμοποιώντας πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ο συγγραφέας εμβαθύνει στην ψυχοσύνθεση του κεντρικού χαρακτήρα ενώ παράλληλα θίγει ζητήματα που αφορούν την κλιματική υπερθέρμανση του πλανήτη. Ένα ολιγοσέλιδο μυθιστόρημα που συνδυάζει τον περιβαλλοντικό προβληματισμό, με την φαντασία και τον τρόμο.
Διαβάστε μια ανατριχιαστική ιστορία με φόντο τα παγωμένα εδάφη της Σιβηρικής γης και τα θαμμένα μυστικά της
Η «Σιβηρία» είναι το έκτο προσωπικό σας μυθιστόρημα και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πηγή. Ποια ήταν η αφορμή να γραφτεί αυτή η ιστορία;
Η «Σιβηρία» είναι το έκτο βιβλίο μου αλλά μόλις η πρώτη νουβέλα που γράφω και τολμώ να πω πως απόλαυσα τη διαδικασία. Όπως και σε άλλα βιβλία μου, αφορμή στάθηκαν δύο ζητήματα: το πρώτο είναι η αγάπη μου για την επιστήμη που έχω σπουδάσει, την επιστήμη του περιβάλλοντος, αλλά κι εκείνη για τη λογοτεχνία φαντασίας. Με άλλα λόγια, έγραψα μια ιστορία που πατάει σε δύο βάρκες: στη φαντασία και στην επιστήμη, στην μυθοπλασία και σε επιστημονικά δεδομένα και πιθανότητες. Οι επιπτώσεις της πλανητικής υπερθέρμανσης συναντούν τις λαϊκές παραδόσεις στην μακρινή αυτή γωνιά του πλανήτη, συνδυασμένες με έναν πρωτότυπο και ρεαλιστικό τρόπο. Μία προσπάθεια περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης με σύμμαχο τη λογοτεχνία και τη φαντασία.
Γιατί επιλέξατε να διαδραματίζεται η ιστορία σε αυτή την μακρινή περιοχή;
Τα επιστημονικά δεδομένα που αφορούν στο κλίμα και στη γεωγραφία της περιοχής ήταν εκείνα που με «υποχρέωσαν» να επιλέξω τη Σιβηρία. Με άλλα λόγια χρειαζόμουν μια περιοχή του κόσμου που να βρίσκεται πολύ βόρεια. Θα μπορούσα εναλλακτικά να επιλέξω τη Σκανδιναβία ή τον Καναδά. Προτίμησα τη Σιβηρία η οποία, ως μέρος της σύγχρονης Ρωσίας, βρίσκεται στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου τα τελευταία δύο χρόνια λόγω της βάναυσης ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία. Αν θέλεις να κεντρίσεις το ενδιαφέρον του αναγνώστη, τι καλύτερο από το να συνδυάσεις την επικαιρότητα, τη φαντασία και τους κινδύνους που απειλούν το μέλλον του κόσμου.
Πόσος χρόνος χρειάστηκε για την ολοκλήρωση του βιβλίου δεδομένου ότι έγινε έρευνα ώστε να παρουσιαστεί με ρεαλιστικό τρόπο η σιβηρική γη, οι συνθήκες που επικρατούν καθώς και η ρωσική διάλεκτος;
Αν έπρεπε να μελετήσω εκ του μηδενός όλα τα ζητήματα (επιστημονικά, κοινωνικά, ιστορικά, πολιτισμικά) που εμπλέκονται στην υπόθεση του βιβλίου, θα χρειαζόμουν μήνες. Για να μετριάσω αυτές τις ανάγκες, επέλεξα να χρησιμοποιήσω γνώσεις τις οποίες απέκτησα ως φοιτητής, εμπλουτίζοντάς τες με επιπλέον πληροφορίες που χρειαζόμουν ώστε να προκύψει ένα βιβλίο, στο οποίο η πλοκή, οι χαρακτήρες, ο τρόπος που δρουν και πάει λέγοντας, να θυμίζουν την ρωσική πραγματικότητα, κάτι που ήταν δύσκολο καθώς δεν έχω ταξιδέψει ποτέ μου στην Σιβηρία και το βιβλίο οφείλει να αποπνέει ένας αέρα Ρωσίας για να γίνει πειστικό και αληθοφανές. Είναι επιπλέον ευτύχημα για μένα το γεγονός ότι απολαμβάνω να έρχομαι καθημερινά σε επαφή με πληροφορίες γενικής φύσεως. Ιστορία, γεωγραφία, θετικές επιστήμες, πολιτική, διεθνείς σχέσεις, είναι όλα θεματικά πεδία που ανέκαθεν με απασχολούσαν και τα οποία προσπαθώ καθημερινά να εμπλουτίζω και να αξιοποιώ. Μια συνθήκη που με διευκολύνει σε όλα τα βιβλία που έχω γράψει έως τώρα, καθώς καλύπτω σε πολύ μικρότερο χρονικό διάστημα τα γνωστικά κενά μου. Δεν μπορώ να υπολογίσω το ακριβές χρονικό διάστημα από τη σύλληψη της ιδέας, μέχρι τη μεταφορά της στο χαρτί και τις τελικές διορθώσεις πριν την αποστολή στον εκδοτικό, γιατί έγιναν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους ανάμεσα σε άλλα βιβλία και συγκεκριμένα στην «Αττική Καταιγίδα» και στο «Τραγούδι των Σκλάβων», τα οποία γράφτηκαν μετά τη «Σιβηρία» αλλά εκδόθηκαν πρώτα.
Πώς θα χαρακτηρίζατε το βιβλίο σας;
Η «Σιβηρία» είναι μια νουβέλα φαντασίας και τρόμου, μία μίξη περιβαλλοντικού προβληματισμού και της εσωτερικής πάλης του κεντρικού χαρακτήρα να αποδεχθεί τις τόσο τραγικές αλλαγές που έρχονται στη ζωή του. Είναι μια όμορφη ιστορία, ίσως τρομακτική, ίσως φανταστική, αλλά σίγουρα ανθρώπινη, τοποθετημένη στην μυστηριώδη Σιβηρία. Μία ιστορία που συνδυάζει το «παλιό» με το «νέο». Μόνο που κάποιες φορές το «παλιό» πρέπει να υποχωρήσει, για να έχει το «νέο» κάποιες πιθανότητες να ριζώσει και να βλαστήσει.
Το εξώφυλλο και ο τίτλος του βιβλίου ήταν επιλογή δική σας ή του εκδοτικού;
Για το εξώφυλλο μοιράστηκα με το καλλιτεχνικό τμήμα του εκδοτικού κάποιες δικές μου αρχικές ιδέες. Έπειτα δουλειά ανέλαβαν οι γραφίστες. Θεωρώ πως το αποτέλεσμα μας δικαιώνει αμφότερους, καθώς πρόκειται για ένα ατμοσφαιρικό εξώφυλλο, η αισθητική του οποίου αντιπροσωπεύει πλήρως την θεματική της νουβέλας. Τον τίτλο τον επέλεξα ο ίδιος, και σίγουρα κανένας άλλος δεν θα ταίριαζε περισσότερο.
Λίγα λόγια για το βιβλίο και τον πρωταγωνιστή του Πάβελ.
Η πλανητική υπερθέρμανση επιφέρει βαρύτατες αλλαγές στο αιώνια παγωμένο έδαφος της Σιβηρίας. Εδάφη που κρύβουν φονικούς κινδύνους για τους οποίους ο άνθρωπος ίσως να είναι ανίκανος να αντιδράσει, θερμαίνονται και απελευθερώνουν το απειλητικό περιεχόμενό τους με καταστροφικά αποτελέσματα. Συνέπεια αυτών των αναπόδραστων εξελίξεων, είναι η συνάντηση του νεαρού Πάβελ Βορόνιν με ένα αρχαίο κακό που ξυπνά στην απόμερη αυτή γωνιά του κόσμου. Κάτι αρχίζει να αλλάζει μέσα του, καθώς μετατρέπεται σταδιακά σε κάτι επικίνδυνο για τους ανθρώπους που αγαπάει αλλά και για τον ίδιο. Με πρωτοπρόσωπη αφήγηση και με εξομολογητικό τόνο, ο Πάβελ μάς οδηγεί σ’ ένα ταξίδι όπου παλεύει να κατανοήσει τον νέο εαυτό του, να τον αποδεχθεί και να προσπαθήσει να συνταιριάξει με τον υπόλοιπο κόσμο που συνεχίζει να προχωρά. Είναι μία ιστορία για την αυτοαποδοχή και για την κλιματική κρίση. Και ταυτόχρονα μια διαφορετική οπτική, πιο ανθρώπινη, εσωτερική και αληθοφανή, σ’ έναν λαϊκό τρομακτικό μύθο που πολλές φορές απασχόλησε την ξένη και εγχώρια λογοτεχνία όπως και τον κινηματογράφο.
Υπάρχουν επόμενα σχέδια που θα θέλατε να μοιραστείτε;
Ευτυχώς για μένα (γιατί η συγγραφή είναι ανάγκη, κάτι αναπόδραστο), πάντα υπάρχουν επόμενα σχέδια. Αυτή την περίοδο κάνω την έρευνά μου για το επόμενο βιβλίο που σχεδιάζω να γράψω. Για την ακρίβεια έχω τρεις βασικές ιδέες με τις οποίες φλερτάρω άλλοτε περισσότερο άλλοτε λιγότερο, όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα στην περίπτωσή μου. Ποια απ’ όλες θα πάρει πρώτη το δρόμο προς την έκδοση, είναι κάτι που την παρούσα στιγμή δεν γνωρίζω, εξαρτάται από το ποια θα καταφέρει να με κερδίσει για να ασχοληθώ αποκλειστικά μαζί της. Πέραν τούτου θέλω να απολαύσω στο έπακρο την περίοδο αυτή που η κυκλοφορία της «Σιβηρίας» είναι ακόμα νωπή.
Για κλείσιμο, μια αγαπημένη φράση/παράγραφο από το βιβλίο.
Νομίζω θα επιμείνω στην κεντρική φράση που αναγράφεται στο εξώφυλλο της νουβέλας: «Κάποιες φορές για να ζήσει το νέο, πρέπει το παλιό να πεθάνει»…
Σας ευχαριστώ ολόψυχα!!
Μανώλης Παλαβούζης
Το 2019 η Κατερίνα Θεοδώρου έκανε «ποδαρικό», ως πρώτη συνεντευξιαζόμενη και επειδή έφερε γούρι στη σελίδα, είπαμε να το επαναλάβουμε. Αυτή τη φορά η συγγραφέας μιλάει για το τελευταίο της βιβλίο «Πυραμίδες», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Bookstagram. Πρόκειται για το τέταρτο προσωπικό της μυθιστόρημα, μια νουβέλα μυστήριου και φαντασίας με γρήγορη ροή, σκηνές γεμάτες δράση, αγωνία και λιγότερο τρόμο, με φόντο την ελληνική επαρχία.
Οι «Πυραμίδες» είναι το τέταρτο προσωπικό σας μυθιστόρημα και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Bookstagram. Πείτε μας αρχικά πως προέκυψε η συνεργασία σας με τον νέο αυτό εκδοτικό.
Οι «Πυραμίδες» ήταν μία νουβέλα που βρισκόταν στο συρτάρι μου για αρκετά χρόνια. Είχαν διαβάσει το βιβλίο ελάχιστοι φίλοι που συνηθίζουμε να ανταλλάσσουμε υλικό, στα πλαίσια των διορθώσεων, ένας εκ των οποίων ήταν ο Γιώργος Δάμτσιος. Όταν μου έγινε πρόταση από μέρους του να βγάλουμε τις «Πυραμίδες» από το “Bookstagram”, τον νεοσύστατο εκδοτικό της Αναστασίας, της συζύγου του, δε χρειάστηκε να το πολυσκεφτώ καθώς γνώριζα εκ των προτέρων ότι το βιβλίο μου θα πέσει σε καλά χέρια και θα έχει τη μεταχείριση που του αξίζει. Όλα έγιναν γρήγορα αλλά το αποτέλεσμα μας δικαίωσε!
Τι σας ώθησε να γράψετε την συγκεκριμένη ιστορία και πόσος χρόνος χρειάστηκε για την ολοκλήρωσή της;
Ήθελα πάντα να γράψω ένα βιβλίο όπου όλα τα περίεργα φαινόμενα που συνηθίζαμε να διαβάζουμε ή να παρακολουθούμε σε σειρές και αφορούσαν το εξωτερικό, θα συνέβαιναν στην Ελλάδα αυτή τη φορά. Να δώσω τη δυνατότητα στον αναγνώστη να νιώσει το Κακό να περπατάει δίπλα του και να ταυτιστεί καλύτερα με τους ήρωες της ιστορίας μου. Η συγγραφή της νουβέλας μού πήρε περίπου τέσσερις μήνες, οι διορθώσεις κράτησαν άλλο τόσο (εδώ, ωστόσο, δεν αναφέρομαι σε καθημερινή ενασχόληση) και η έκδοση ήρθε μετά από χρόνια, καθώς θέλω πάντα να δίνω χρόνο στα βιβλία μου να κάνουν τον κύκλο τους.
Πώς θα χαρακτηρίζατε το βιβλίο σας;
Είναι ένα ευκολοδιάβαστο θρίλερ στο οποίο πρωταγωνιστεί το στοιχείο του φανταστικού με τη μορφή της αόρατης, αρχικά, απειλής που πλανάται πάνω από τα κεφάλια των ανυποψίαστων κατοίκων. Αγωνιώδες, γρήγορο, μικρό σε μέγεθος, αλλά παρόλα αυτά δίνει τις εξηγήσεις που απαιτούνται γιατί ο αναγνώστης δεν πρέπει να μένει απορημένος, αλλά ευχαριστημένος.
Το εξώφυλλο και ο τίτλος του βιβλίου ήταν επιλογή δική σας ή του εκδοτικού;
Ο τίτλος είναι εύλογος, εφόσον οι «πυραμίδες» αναφέρονται και στο οπισθόφυλλο. Η ανακάλυψή τους στο δάσος της επαρχιακής πόλης είναι η απαρχή των γεγονότων. Το εξώφυλλο επιμελήθηκε η Ράνια Ταλαδιανού, που συνεργάστηκε με τις εκδόσεις Bookstagram, και θεωρώ ότι ανταποκρίνεται πλήρως στο πνεύμα και τη θεματολογία του βιβλίου.
Αρκετοί από τους χαρακτήρες της ιστορίας είναι έφηβοι. Η ιστορία του βιβλίου απευθύνεται και σε αυτές τις ηλικίες;
Απευθύνεται και σε αυτές τις ηλικίες. Όταν το έγραφα, επειδή θεώρησα δύο τρεις σκηνές ιδιαίτερα αιματοβαμμένες, σκεφτόμουν ότι το βιβλίο αφορά μεγαλύτερες ηλικίες. Στην πορεία, μέσα από συζητήσεις με τωρινούς και παλιούς μου μαθητές, διαπίστωσα ότι τα παιδιά δε φοβούνται, αντιθέτως, διψούν για τέτοιες συγκινήσεις, έχοντας πλέον δει και διαβάσει πολλά. Επομένως, οι ενδοιασμοί μου έφυγαν. Βεβαίως, γνωρίζω ανθρώπους κάθε ηλικίας που το διάβασαν και το χάρηκαν, ακόμα και αυτοί που δεν μπορούσα να διανοηθώ ότι θα διάβαζαν θρίλερ.
Πείτε μας λίγα λόγια για το βιβλίο και τους πρωταγωνιστές του.
Τα κεντρικά πρόσωπα είναι τρεις έφηβοι μαθητές και η καθηγήτριά τους, οι οποίοι, χωρίς να το γνωρίζουν είναι μέρος ενός αινιγματικού σχεδίου και μόνο αυτοί μπορούν να ελέγξουν την κατάσταση και να αλλάξουν την πορεία των πραγμάτων, χωρίς όμως να γνωρίζουν τους τρόπους που μπορούν να το πετύχουν. Έπειτα αποδεικνύεται ότι τα άτομα που εμπλέκονται με τα συμβάντα της Νεάπολης είναι πολύ περισσότερα από όσα οι πρωταγωνιστές του βιβλίου είχαν αντιληφθεί. Οι εξελίξεις τρέχουν ραγδαία και ο καθένας, από τη δική του σκοπιά καλείται να πάρει κρίσιμες αποφάσεις.
Υπάρχουν επόμενα σχέδια που θα θέλατε να μοιραστείτε;
Υπάρχει κάποιο έτοιμο, παλιότερο υλικό, υπάρχει επίσης το βιβλίο ενηλίκων που ξεκίνησα να γράφω πέρυσι και θέλω να πιστεύω ότι μέσα στους επόμενους μήνες θα προχωρήσει αρκετά και κάποια διηγήματά μου που θα συμπεριληφθούν σε ανθολογίες στις οποίες συμμετέχουν πολλά και αξιόλογα ονόματα του χώρου.
Κλείστε με μια αγαπημένη φράση/παράγραφο από το βιβλίο σας.
«Το χαμόγελό της έσβησε καθώς από το μυαλό της πέρασε η ίδια σκέψη που την έθλιβε κατά καιρούς. Πόσο τραγικά ρέπει το ανθρώπινο γένος στην αυτοκαταστροφή, μπολιασμένο με το δηλητήριο του μίσους και του εγωισμού; Πόσο πιο τρομακτικός ήταν ο πόλεμος που έδωσαν όλοι τους από εκείνους τους πολέμους που αιματοκύλιζαν για χιλιάδες χρόνια τον πλανήτη; Πόσο διαφορετικά θα ήταν όλα αν δεν υπήρχε φθόνος στις ψυχές μας;…»
Σας ευχαριστώ πολύ για την όμορφη συνέντευξη και να ευχηθώ και εγώ με τη σειρά μου Καλή Χρονιά, υγεία και δημιουργικότητα!
Η Εβρίτισσα συγγραφέας μιλάει για τη συγγραφή, για τα βιβλία της, το «Παράθυρο στη ζωή» (εκδόσεις Πνοή) και «Το γραμμένο της Ισμήνης» (εκδόσεις Υδροπλάνο). για τον αγώνα ζωής που έδωσε όταν διαγνώσθηκε με καρκίνο του μαστού ενώ στο τέλος αναφέρεται στην επόμενη ιστορία που ετοιμάζει.
Έχετε γράψει αρκετά έργα, άλλα δημοσιευμένα κι άλλα αδημοσίευτα, ενώ παράλληλα αρθρογραφείτε σε γνωστή ιστοσελίδα των τεχνών. Ποια ήταν η αφορμή για να ξεκινήσετε τη συγγραφή;
Αγαπούσα το θέατρο από πολύ μικρή και πάντα πίστευα πως θα καταλήξω στο θεατρικό σανίδι. Ήμουν δεινή αναγνώστρια, αλλά ποτέ δεν είχα σκεφτεί να γράψω κάτι, αν και κατά περιόδους στη ζωή μου κρατούσα ημερολόγιο. Όταν, όμως, νόσησε η μητέρα μου από καρκίνο του μαστού και έφυγε από τη ζωή και ακολούθησε και η δική μου ασθένεια, η ανάγκη μου να μοιραστώ το βίωμά μου ήταν τόσο μεγάλη, που απλώς ξεκίνησα να γράφω. Από τότε δεν έχω σταματήσει, αν και η επαγγελματική μου ενασχόληση με την επιμέλεια- διόρθωση κειμένων στον χώρο των εκδόσεων περιόρισε λίγο τον χρόνο που αφιερώνω στο γράψιμο.
Το «Παράθυρο στη ζωή» είναι το πρώτο σας βιβλίο, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πνοή. Πρόκειται για ένα βιωματικό βιβλίο, μέσα από το οποίο μοιράζεστε τις δύσκολες στιγμές που ζήσατε όταν νοσήσατε από καρκίνο του μαστού. Πότε και πώς αποφασίσατε να γράψετε για αυτό που σας συνέβη;
Το “Παράθυρο στη ζωή” είναι η ιστορία δύο γυναικών που νόσησαν από καρκίνο του μαστού, της μητέρας μου και η δική μου. Είναι δυο ιστορίες τόσο ίδιες, όμως και εκ διαμέτρου αντίθετες. Είναι ένα βιβλίο συγκινητικό, συναισθηματικό αλλά και ένα βιβλίο γεμάτο ελπίδα, αφιερωμένο στη ζωή και στη δύναμη του ανθρώπου. Άρχισα να γράφω ασυναίσθητα, όταν έφυγε η μητέρα μου από τη ζωή, χωρίς φυσικά να μου περάσει ποτέ από το μυαλό να δημοσιοποιήσω τα όσα έγραφα. Φαντάζομαι ότι ήταν ένας τρόπος να διαχειριστώ τον πόνο μου, και ίσως να την κρατήσω, έστω και με αυτόν τον ανορθόδοξο τρόπο, στη ζωή. Όταν όμως νόσησα, η ανάγκη μου να μοιραστώ το βίωμά μου ήταν μεγάλη. Ήθελα να ξορκίσω την ασθένεια, να αποδαιμονοποιήσω τον καρκίνο, να βοηθήσω άλλες γυναίκες που πέρασαν ή περνούσαν ό,τι κι εγώ, και να ανοίξω, κυριολεκτικά, ένα παράθυρο στη ζωή.
Τι συμβουλή θα δίνατε σε μια γυναίκα που διαγνώσθηκε πρόσφατα από καρκίνο του μαστού;
Ξέρετε, ακριβώς πριν τη στιγμή που θα ανακοινώσει ο γιατρός στον ασθενή ότι έχει καρκίνο, είναι υγιής. Την επόμενη στιγμή, νοσεί από μια ασθένεια απειλητική για τη ζωή του, που κουβαλάει πάνω της και όλες τις προκαταλήψεις και τις συσχετίσεις με τον θάνατο. Οπότε, η γυναίκα που έχει διαγνωστεί πρόσφατα με καρκίνο του μαστού έχει χάσει τη γη κάτω από τα πόδια της. Θα της έλεγα, λοιπόν, ότι όπως κι αν νιώθει είναι φυσιολογικό και θεμιτό, δεν υπάρχει σωστό και λάθος. Ακόμα, νομίζω πως πρέπει να κρατήσει κοντά της ανθρώπους που αγαπά και την αγαπούν, και να στηριχτεί πάνω τους. Αν είναι μόνη, να ζητήσει στήριξη σε συλλόγους καρκινοπαθών και σε ομάδες όπως το Άλμα Ζωής. Θα της πρότεινα να χτίσει μια καλή επικοινωνία με τον γιατρό της –θα έχει χιλιάδες απορίες– και να ακολουθεί σαν καλός στρατιώτης ό,τι της λέει. Να φροντίζει όμως πέρα από το σώμα της και την ψυχή της, με όποιον τρόπο της ταιριάζει, και να δίνει χρόνο και στα δύο, σώμα και ψυχή. Αλήθεια, ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός… Τέλος, όσο κι αν τώρα της φαίνεται απίστευτο, υπάρχει ζωή μετά τον καρκίνο του μαστού, και φυσικά “με” τον καρκίνο του μαστού και αξίζει να τη ζήσει!
Το δεύτερο προσωπικό σας μυθιστόρημα «Το γραμμένο της Ισμήνης» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Υδροπλάνο. Πώς θα χαρακτηρίζατε τη συγκεκριμένη ιστορία; Πείτε μας λίγα λόγια για το βιβλίο και τους πρωταγωνιστές του.
Το “Γραμμένο της Ισμήνη” είναι ένα κοινωνικό μυθιστόρημα εποχής αλλά και μια μοναδική ιστορία αγάπης, η οποία βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Αφηγείται την ιστορία δύο νέων ανθρώπων που έζησαν και ερωτεύθηκαν στη Λάρισα του 1930, οι οποίοι ήρθαν αντιμέτωποι με τα στερεότυπα της εποχής, τις κοινωνικές ανισότητες και τις προκαταλήψεις, παλεύοντας για το δικαίωμά τους στην αγάπη αλλά και στην ίδια τη ζωή. Προσπάθησα να μεταφέρω εικόνες, ήχους και τοπία της εποχής του Μεσοπολέμου, και να ζωντανέψω με τη δική μου ματιά όσα εκτυλίχθηκαν κάποτε στην πόλη όπου ζω. Οι χαμένες πατρίδες, η προσφυγιά και η παλιννόστηση, το καθήκον προς την πατρίδα και την οικογένεια, κυλούν στο αίμα των ηρώων μου και καθορίζουν την πορεία τους, όπως κάνει και η αμείλικτη μοίρα. Είναι ένα ξεχωριστό βιβλίο –για το οποίο είμαι πολύ περήφανη– που πιστεύω πως θα ταξιδέψει, θα συγκινήσει και θα μείνει αξέχαστο σε κάθε αναγνώστη.
Ποια τα πρώτα συναισθήματα όταν κρατήσατε στα χέρια σας, τυπωμένα τα βιβλία σας;
Και στα δύο βιβλία μου, η αίσθηση ήταν συγκλονιστική. Το έχεις κάπως στο μυαλό σου όταν το γράφεις, το φαντάζεσαι, αλλά όταν παίρνει τη θέση του στη βιβλιοθήκη ανάμεσα στα μεγαθήρια της λογοτεχνίας, νιώθεις δέος. Τουλάχιστον, έτσι ένιωσα εγώ. Να πω την αλήθεια, πέρα από το περιεχόμενο των βιβλίων μου, αγαπώ πολύ και τα εξώφυλλά τους. Το πρώτο, ειδικά, το φιλοτέχνησε μια πολύ καλή μου φίλη, η εικαστικός Εύα Κουκούλια. Είναι πραγματικά έργο τέχνης.
Πόσο απαιτητική είναι η συγγραφική διαδικασία και πόσο χρόνο σάς παίρνει η ολοκλήρωση ενός βιβλίου;
Η εμπειρία μου ως προς τη συγγραφή των βίβλων μου ήταν εντελώς διαφορετική στο καθένα. Γράφοντας το “Παράθυρο στη ζωή”, δεν θυμάμαι καν να σκέφτομαι τι έγραφα, πώς το έγραφα, να διαλέγω λέξεις ή να σκέφτομαι τη συνέχεια. Βέβαια, η επιμέλεια του βιβλίου σε δεύτερο χρόνο πήρε αρκετό χρόνο και ήταν αρκετά επίπονη διαδικασία. Μέχρι και σήμερα, 5 χρόνια μετά, δυσκολεύομαι να το διαβάσω. Είναι η ψυχή μου εκεί μέσα… “Το γραμμένο της Ισμήνης”, από την άλλη, απαιτούσε μεγάλη προσοχή. Είχα ως αφετηρία την υπέροχη εξιστόρηση των γεγονότων από τη Δήμητρα Μπαρδάνη, την πρόεδρο της Ένωσης Λογοτεχνών και Συγγραφέων Λάρισας, όπως ακριβώς την άκουσε από τη μητέρα της, όταν ήταν παιδί. Έπειτα, χρειάστηκαν πολλές ώρες έρευνας και αρκετή προσπάθεια για να αποδώσω την ιστορία όπως τη φαντάστηκα.
Στα δύο βιβλία σας, οι ιστορίες εξελίσσονται σε Έβρο και Λάρισα, αντίστοιχα. Επιλέξατε τυχαία τις συγκεκριμένες τοποθεσίες;
Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε ένα ακριτικό χωριό του Έβρου, το Φυλάκιο, και τα τελευταία 15 χρόνια ζω μόνιμα στη Λάρισα. Ο Έβρος είναι οι ρίζες μου, τα παιδικά μου χρόνια, οι αναμνήσεις μου, η μάνα μου. Αλλά και εκ των πραγμάτων, το πρώτο μου βιβλίο δεν θα μπορούσε να μην εξελιχθεί στον Έβρο –στο κομμάτι που αφορούσε τη μητέρα μου– όπως και φυσικά στη Λάρισα όπου ήδη ζούσα, όταν κατέγραφα τον δικό μου αγώνα κατά του καρκίνου του μαστού. Το δεύτερο βιβλίο μου βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα της Λάρισας του 1930 κυρίως, που ξεδιπλώνονται ακολουθώντας την ιδιότυπη ιστορία αγάπης δύο νέων της εποχής. Εμπνεύστηκα από τα υπέροχα νεοκλασικά που διασώζονται στην πόλη αλλά και από το τζαμί, την παλιά αγορά με τα οθωμανικά λουτρά κλπ. Οπότε, σίγουρα, δεν είναι καθόλου τυχαίες οι τοποθεσίες.
Έχετε σκεφθεί την επόμενη ιστορία σας;
Εδώ και δύο χρόνια κάνω ή –καλύτερα προσπαθώ να κάνω, λόγω περιορισμένου χρόνου– έρευνα για την τραγική ιστορία του πολύπαθου Δομένικου στα χρόνια της Κατοχής, όπως και της ευρύτερης περιοχής, συλλέγοντας μαρτυρίες και ιστορικά στοιχεία για τη σφαγή, καθώς και των γεγονότων γενικά της εποχής εκείνης. Η Αντίσταση στην Ελλάδα είναι ένα συναρπαστικό κομμάτι της ιστορίας μας, με πολλές φωτεινές αλλά και μελανές στιγμές. Ακολουθώντας τη συγκλονιστική ζωή μιας γυναίκας που θυσίασε τα πάντα για την ελευθερία της πατρίδας της, προσπαθώ να ζωντανεύω εκείνη την εποχή. Αγαπώ τα βιβλία που βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα, έχουν ένα άλλο βάρος μέσα μου, και πάντα με προκαλούν οι ιστορίες αυτές να τις καταγράψω. Είμαι ακόμα στα πρώτα κεφάλαια, αλλά η συγκίνησή μου και η συναισθηματική φόρτιση όταν γράφω είναι μεγάλη. Ελπίζω να με δικαιώσει το αποτέλεσμα.
Κλείστε με μια αγαπημένη φράση/παράγραφο από το βιβλίο σας.
Είναι μέρος της ζωής μας να μην οδηγούμε τη ζωή μας. Όσο σκληρά κι αν προσπαθούμε να τη βάλουμε στον σωστό δρόμο, εκείνη μένει ανεπηρέαστη και αδιάφορη σε ό,τι έχουμε σχεδιάσει. Χαράζει τη δική της πορεία, κι εμείς, απλώς, τρέχουμε να την προλάβουμε. Δεν λογαριάζει φίλους, συγγενείς, αγαπημένους. Δεν ακολουθεί τίποτα απ’ όσα υπολογίσαμε και φυσικά σφυρίζει αδιάφορα σ’ ό,τι έχουμε ονειρευτεί. Μόνο αυτοσχεδιάζει λεπτό το λεπτό, αφήνοντάς μας πάντα ένα βήμα πίσω της, να αναρωτιόμαστε τι ακολουθεί μετά.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
















Social Icons