Από το Blogger.
Ο Νίκος Δαββέτας συστήθηκε στο αναγνωστικό κοινό το 1995 με το πεζογραφικό του ντεμπούτο «Το κίτρινο σκοτάδι του Βαν Γκογκ» (εκδόσεις Κέδρος). Έκτοτε, έχει διαγράψει μια σημαντική πορεία στα ελληνικά γράμματα με πολυάριθμα μυθιστορήματα και ποιητικές συλλογές, αρκετά εκ των οποίων έχουν τιμηθεί με σημαντικά βραβεία και έχουν μεταφραστεί στις κυριότερες ευρωπαϊκές γλώσσες. Το τελευταίο του βιβλίο υπό τον τίτλο «Η δεσμοφύλακας», το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΒΙΒΛΙΟΥ:
α) Συγγραφέας: Νίκος Δαββέτας
β) Τίτλος: Η δεσμοφύλακας
γ) Έτος Έκδοσης: 2025
δ) Έκδοση: Εκδόσεις Πατάκη
Η ΑΠΟΨΗ ΜΟΥ: Εντόπισα τη "Δεσμοφύλακα" στα ράφια της δανειστικής βιβλιοθήκης και, με την παρότρυνση του βιβλιοθηκονόμου, αποφάσισα να δώσω μια ευκαιρία. Αν και ήταν η πρώτη μου επαφή με το έργο του Νίκου Δαββέτα, η γνωριμία μου με τον συγγραφέα ξεκίνησε με τον καλύτερο τρόπο. Τελικώς, αυτό το μικρό βιβλίο των 150 περίπου σελίδων αποδείχθηκε ένα πραγματικό λογοτεχνικό "διαμαντάκι". Πυκνό, ουσιαστικό και βαθιά διεισδυτικό, κέρδισε επάξια μια θέση ανάμεσα στα καλύτερα βιβλία που έχω διαβάσει για το 2026, αποδεικνύοντας πως η αξία ενός έργου δεν κρίνεται από τον όγκο του, αλλά από το αποτύπωμα που αφήνει στον αναγνώστη.
Το εξώφυλλο του βιβλίου, είναι εξαιρετικά καλαίσθητο. Η εικόνα μιας γυναίκας που κοιτάζει μέσα από ένα μικρό παράθυρο με κάγκελα αποδίδει τέλεια την ουσία της ιστορίας. Αντικατοπτρίζει τόσο τον επαγγελματικό βίο της ηρωίδας όσο και τον εγκλεισμό που επιβάλλει η ίδια η ασθένεια του Alzheimer — μια φυλακή του μυαλού από την οποία δεν υπάρχει διαφυγή. Είναι μια εικόνα που σε προετοιμάζει για τη μελαγχολία αλλά και τη δύναμη των όσων θα διαβάσεις.
Ο Νίκος Δαββέτας χτίζει ένα έργο με ισχυρό αυτοβιογραφικό πυρήνα, ισορροπώντας αριστοτεχνικά ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη μυθοπλασία. Το κεντρικό θέμα είναι η επώδυνη εξερεύνηση της σχέσης του με τη μητέρα του, η οποία πάσχει από Alzheimer. ο συγγραφέας παρακολουθεί τη μητέρα του να "χάνεται" στο παρόν, ενώ την ίδια στιγμή την ακούει να "ζωντανεύει" με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες το παρελθόν της. Μας μεταφέρει στον σκληρό επαγγελματικό της κόσμο, στις φυλακές Αβέρωφ και Κορυδαλλού, όπου υπηρέτησε ως δεσμοφύλακας και αργότερα ως αρχιφύλακας γυναικών. Μαθαίνουμε για τον σκληρό κόσμο των γυναικείων φυλακών και για το πώς ήταν να είσαι γυναίκα σε μια τέτοια θέση στην Ελλάδα του τότε. Μέσα από αυτή την τραγική συνθήκη, συντελείται μια ειρωνική αντιστροφή των ρόλων: ο γιος γίνεται τώρα ο "δεσμοφύλακας" της ίδιας του της μητέρας, φυλακισμένος και ο ίδιος στη φροντίδα μιας γυναίκας που υπήρξε το σύμβολο του νόμου και της επιβολής.
Η μνήμη ορίζει τα πάντα. Χωρίς αυτή είμαστε κάτι το άχρηστο, το άγνωστο, το απροσπέλαστο, πλατσουρίζουμε γυμνοί πάνω από την άβυσσο.
Το βιβλίο είναι μικρό και διαβάζεται γρήγορα, καθώς αποτελείται από σύντομα κεφάλαια, με τίτλους που σε προετοιμάζουν για όσα θα ακολουθήσουν. Η γλώσσα του Δαββέτα είναι κοφτερή και ιδιαίτερη, αφού καταφέρνει να συνδυάζει την ποίηση με τον σαρκασμό και ένα λεπτό χιούμορ. Μέσα από αυτές τις σελίδες, ο συγγραφέας δεν περιγράφει μόνο την πορεία της μητέρας του προς το τέλος, αλλά και τη δική του ζωή. Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι διαχειρίζεται ένα τόσο δύσκολο θέμα με ηρεμία, χωρίς να πέφτει σε μελοδραματισμούς.
Συνοπτικά «Η δεσμοφύλακας» του Νίκου Δαββέτα είναι ένα βιβλίο που μιλά για τη μνήμη που σβήνει και την αγάπη που μένει, υπενθυμίζοντάς μας πως το χρέος απέναντι στους δικούς μας ανθρώπους είναι ίσως ο πιο δυνατός δεσμός. Ένα συγκλονιστικό αυτοβιογραφικό αφήγημα που σε κερδίζει από την πρώτη σελίδα. Χωρίς περιττά λόγια και μελοδραματισμούς, πρόκειται για έναν αποχαιρετισμό γραμμένο με αλήθεια. Ένα ανάγνωσμα για όσους αγαπούν τα κείμενα που τολμούν να κοιτάξουν κατάματα την ασθένεια και την ανθρώπινη απώλεια.
Πλοκή: Όταν η νόσος του Αλτσχάιμερ είχε καταβάλει πλήρως τη μητέρα μου, εκείνη εξακολουθούσε να θυμάται με τον δικό της τρόπο τα χρόνια που υπηρετούσε ως σωφρονιστική υπάλληλος στις γυναικείες φυλακές Αβέρωφ και Κορυδαλλού. Μπορεί να μη θυμόταν ποιος ήμουν, πού ζούσε και σε ποια εποχή, όμως ανέφερε συχνά, με τα μικρά τους ονόματα, δεκάδες κρατούμενες, ποινικές και πολιτικές, με τις οποίες είχε συγχρωτιστεί. Και όσο εκείνη ξαναζούσε «τα χρόνια του καθήκοντος», ως δεσμοφύλακας, αναγκαστικά τα ξαναζούσα κι εγώ, καθώς η παιδική μου ηλικία είχε σημαδευτεί από διαδοχικές επισκέψεις «στη δουλειά της μαμάς». Το κοινό μας ταξίδι ως το αναπότρεπτο τέλος της, οι παραληρηματικοί μονόλογοι και οι καθημερινοί μας διάλογοι, μέσα από τον παραμορφωτικό φακό της ασθένειας, διασώθηκαν σε δυο πυκνογραμμένα τετράδια. Τώρα, δεν ξέρω αν συνιστούν μια εξομολόγηση μεταμφιεσμένη σε μυθοπλασία ή μυθοπλασία μεταμφιεσμένη σε αυτοβιογραφική εξομολόγηση. Ν.Δ.
_______________________________________________
* Η ανάρτηση είναι καθαρά προσωπική γνώμη. Μπορείτε να βρείτε εδώ κι άλλες κριτικές μου σε βιβλία που έχω διαβάσει
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Ryan Coogler συναντά τον Michael B. Jordan στη μεγάλη οθόνη. Μετά την τεράστια επιτυχία των ταινιών "Creed" (2015, 2018, 2023) και του εμβληματικού "Black Panther" (2018), οι δυο τους συνεργάζονται ξανά στους «Αμαρτωλούς» (Sinners), ένα εκρηκτικό κράμα θρίλερ δράσης και τρόμου. Η χημεία τους αποδείχθηκε για άλλη μια φορά αξεπέραστη, καθώς η ταινία κυριάρχησε στα φετινά Βραβεία Όσκαρ με 16 υποψηφιότητες, αποσπώντας τελικά τα αγαλματίδια Πρωτότυπου Σεναρίου, Πρωτότυπης Μουσικής, Καλύτερης Φωτογραφίας και Α' Ανδρικού Ρόλου.
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ
Ταινία: Αμαρτωλοί (Sinners)
Σκηνοθεσία: Ryan Coogler
Πρωταγωνιστούν: Michael B. Jordan, Hailee Steinfeld, Jack O'Connell, Miles Caton, Saul Williams, Wunmi Mosaku, Delroy Lindo κ.α
Είδος Ταινίας: Δράμα / Θρίλερ / Τρόμου
Έτος Παραγωγής: 2025
Διάρκεια: 131΄
Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΜΟΥ: Έχοντας παρακολουθήσει τις προηγούμενες κοινές δουλειές των Coogler και Jordan, και με τις προσδοκίες να έχουν εκτοξευθεί από το άκρως υποσχόμενο trailer, η έλευση της ταινίας στους ελληνικούς κινηματογράφους αποτελούσε ένα από τα πιο αναμενόμενα κινηματογραφικά γεγονότα της σεζόν. Η αναμονή αυτή, δικαιώθηκε και με το παραπάνω.
Η ιστορία μάς μεταφέρει στο Μισισιπή του 1932, όπου τα δίδυμα αδέρφια, ο Σμόουκ και ο Στακ, επιστρέφουν στη γενέτειρά τους με ένα όνειρο: να ανοίξουν ένα νυχτερινό κέντρο διασκέδασης για την κοινότητα των μαύρων. Αφού εξασφαλίζουν ένα ακίνητο από έναν λευκό γαιοκτήμονα, αρχίζουν να στελεχώνουν το μαγαζί, φέρνοντας κοντά τους και τον ξάδελφό τους, τον χαρισματικό κιθαρίστα Σάμι. Όμως ο Σάμι δεν είναι ένας συνηθισμένος μουσικός. Διαθέτει μια υπερφυσική ικανότητα: οι χορδές της κιθάρας του γεφυρώνουν το χάσμα ανάμεσα στον κόσμο των ζωντανών, των νεκρών, ακόμα και του μέλλοντος. Η μουσική του, όμως, αποδεικνύεται ένα επικίνδυνο κάλεσμα. Τη νύχτα των εγκαινίων, οι μελωδίες του Σάμι προσελκύουν κάτι που ξεπερνά κάθε ανθρώπινη φαντασία. Η γιορτή μετατρέπεται γρήγορα σε πεδίο μάχης και το μαγαζί πολιορκείται από βρυκόλακες, οντότητες που έλκονται θανάσιμα από τον ρυθμό και το τραγούδι. Η νύχτα εκείνη θα μετατραπεί σε μια αιματηρή σφαγή, όπου η επιβίωση εξαρτάται από το αν μπορείς να αντιμετωπίσεις τους δαίμονες που ξύπνησε η μουσική.
Στα συν της ταινίας, η σκηνοθεσία και το σενάριο. Η φωτογραφία που αναδεικνύει την υποβλητική ατμόσφαιρα του 1932 ενώ η μουσική είναι ο πρωταγωνιστής της ταινίας. Το Όσκαρ Πρωτότυπης Μουσικής δεν ήταν τυχαίο άλλωστε. Τα blues του Μισισιπή δεν είναι απλώς «χαλί», αλλά το εργαλείο που κινεί την πλοκή και προσελκύει το κακό, δημιουργώντας μια μοναδική ατμόσφαιρα τρόμου. Η επιλογή των ηθοποιών και οι ερμηνείες αυτών. Ξεχώρισε ωστόσο η διπλή ερμηνεία του Michael B. Jordan, ως Σμόουκ και Στακ. Το ανατρεπτικό φινάλε.
Στα μείον της, η δομή, η διάρκεια και ο ρυθμός του έργου. Η πρώτη ώρα της ταινίας είναι ένα ωραία σκηνοθετημένο δράμα εποχής του αμερικανικού Νότου. Αφιερώνεται χρόνος για να αναδειχτεί το τοπίο του Μισισιπή, και αναπτύσσονται οι κύριοι χαρακτήρες. Ωστόσο, από τη μέση και μετά, η ταινία κάνει μια απότομη εναλλαγή. Ο ρυθμός αλλάζει βίαια, μετατρέποντας το δράμα σε ένα κράμα dark μιούζικαλ και καθαρόαιμου horror. Αυτή η στροφή ίσως ξενίσει τους θεατές. Τέλος οι άνθρωποι που στελεχώνουν το μαγαζί —δευτερεύοντες χαρακτήρες που αρχικά φαίνονταν να έχουν βάθος και ιστορία— καταλήγουν να μην αναπτύσσονται όσο θα θέλαμε. Παραμένουν στο παρασκήνιο, λειτουργώντας περισσότερο ως σκηνικό για τη δράση των πρωταγωνιστών.
Εν κατακλείδι, η ταινία «Sinners», είναι μια από τις πιο αξιόλογες κινηματογραφικές στιγμές της χρονιάς, προσφέροντας κάτι πραγματικά φρέσκο στο είδος του τρόμου. Ο Ryan Coogler και ο Michael B. Jordan απέδειξαν για άλλη μια φορά ότι η συνεργασία τους είναι εγγύηση για κάτι το ξεχωριστό.
ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΤΗ ΔΩ: Ναι αν είσαι λάτρης του κινηματογράφου που αναζητά κάτι παραπάνω από ένα απλό θρίλερ.
ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 7/10
TRAILER:
___________________________________________
* Η ανάρτηση είναι καθαρά προσωπική γνώμη. Μπορείτε να βρείτε εδώ κι άλλες κριτικές μου σε ταινίες που έχω παρακολουθήσει
Η αξία ενός βιβλίου δεν κρύβεται στα likes, αλλά στις στιγμές που νιώθεις διαβάζοντάς το — ακόμα κι αν δεν τις δει κανείς άλλος. Μια προσωπική εξομολόγηση για την πορεία μου από το 2014 μέχρι σήμερα, τη φωτογραφία και την ελευθερία του να επιλέγεις τις προτεραιότητές σου.
Πριν από περίπου 14 χρόνια, οι φωτογραφίες βιβλίων στο Instagram δεν είχαν «φίλτρα» στρατηγικής. Δεν υπήρχαν οι Book Influencers (άνθρωποι που προωθούν και προτείνουν βιβλία), ούτε η αγωνία για το αν ένας εκδοτικός οίκος θα προσέξει την αλληλεπίδραση που έχουν οι αναρτήσεις μας. Υπήρχε μόνο η χαρά του να μοιράζεσαι μια καλή ιστορία, με τον πιο απλό και αυθόρμητο τρόπο.
Τότε όλο αυτό το λεξιλόγιο που σήμερα θεωρείται δεδομένο, απλώς δεν υπήρχε. Λέξεις όπως Engagement, Reach, Post και Followers εδραιώθηκαν στην καθημερινότητά μας μόλις τα τελευταία χρόνια. Το Bookstagram μεταμορφώθηκε από μια αυθόρμητη κοινότητα σε έναν χώρο όπου η ορολογία του μάρκετινγκ συχνά επισκιάζει την ίδια την ανάγνωση.
Ξεκίνησα το 2014, χτίζοντας τα πάντα, από το μηδέν, μόνη μου, χωρίς να ζητήσω υποστήριξη. Όταν όλα ήταν πιο απλά. Τότε οι λογαριασμοί ήταν λίγοι, οι φωτογραφίες ήταν πιο αυθόρμητες και δεν υπήρχε η έννοια του «book influencer».
Είδα τη βιβλιοφιλική κοινότητα να γεννιέται, να ανθίζει και, τελικά, να αλλάζει πρόσωπο. Σήμερα, βλέπω συχνά μια βιτρίνα όπου τα ίδια και τα ίδια βιβλία ανακυκλώνονται για χάρη του αλγορίθμου, ενώ «διαμάντια» μένουν στο σκοτάδι επειδή δεν συνοδεύονται από μια δωρεάν αποστολή ή μια υποσχόμενη συνεργασία.
Το «δωρεάν βιβλίο» έγινε για πολλούς το μοναδικό κίνητρο. Όμως, στην πορεία, χάθηκε κάτι πολύτιμο: η κριτική σκέψη και η προσωπική ταυτότητα. Όταν η επιτυχία μετριέται με followers και στατιστικά, η ανάγνωση παύει να είναι απόλαυση και γίνεται εργασία.
Πολλές φορές οι άνθρωποι που επηρέασαν πραγματικά άλλους αναγνώστες δεν ήταν αυτοί με τους περισσότερους followers.
Πριν από τέσσερα χρόνια, αποφάσισα να τραβήξω μια κόκκινη γραμμή. Δεν ήταν κούραση από το βιβλίο, αλλά από το "σύστημα" γύρω από αυτό. Έβαλα προτεραιότητες: Την ψυχική μου ηρεμία πάνω από τα στατιστικά. Την προσωπική μου ζωή πάνω από το τέλειο post. Την αυθεντικότητα πάνω από τις δημόσιες σχέσεις. Τη σχέση μου με τον βιβλιοπώλη πάνω από την απρόσωπη κατανάλωση. Την επίσκεψη στο βιβλιοπωλείο πάνω από την αναμονή ενός δέματος.
Σήμερα, διαβάζω λιγότερο, αλλά ίσως πιο ουσιαστικά. Συνεχίζω να στηρίζω το βιβλιοπωλείο της γειτονιάς μου, όπως με στήριξε κι εκείνο. Γιατί η πραγματική βιβλιοφιλία δεν κρύβεται στα δωρεάν δέματα, αλλά στη σχέση που χτίζεις με τον βιβλιοπώλη σου και στο συναίσθημα που σου αφήνει μια πρόταση που έγινε από καρδιάς, όχι από υποχρέωση.
Αυτή η αποστασιοποίηση από το κυνήγι των αριθμών δεν ήταν μια υποχώρηση, αλλά μια επιστροφή στον εαυτό μου. Χρειαζόμουν τον χώρο και τον χρόνο για να δω τον κόσμο πέρα από το κάδρο μιας στημένης φωτογραφίας βιβλίου. Έτσι, η ανάγκη μου για έκφραση βρήκε μια νέα διέξοδο, πιο ελεύθερη και πιο προσωπική.
Η φωτογραφία μου εξελίχθηκε μέσα από μαθήματα και αναζητήσεις, βγήκε έξω από τους τέσσερις τοίχους μιας βιβλιοθήκης και ταξίδεψε σε νέους τόπους. Οι εικόνες μου πλέον δεν είναι απλά «περιεχόμενο»· μοιάζουν με σελίδες από ιστορίες τόπων.
Κάποιες φορές ένα βιβλίο και μια φωτογραφία συναντιούνται ξανά, σαν δύο διαφορετικοί τρόποι να αφηγηθεί κανείς τον κόσμο. Τελικά, ίσως αυτό που έχει σημασία δεν είναι οι αριθμοί ούτε η ορατότητα. Είναι να παραμένει ζωντανή η αυθεντική σχέση με όσα αγαπάμε: ένα βιβλίο, μια εικόνα, ένα ταξίδι, μια στιγμή που αξίζει να τη μοιραστείς — έστω κι αν δεν την δει κανείς.
Στο τέλος, δεν έχουν σημασία τα στατιστικά ούτε η προβολή. Σημασία έχουν οι στιγμές που νιώθεις, οι ιστορίες που αγαπάς και οι μικρές λεπτομέρειες που μένουν μαζί σου, ακόμα κι αν κανείς άλλος δεν τις βλέπει. Αυτή είναι η δική μου επιτυχία!!!
Τελικά, τι έχει σημασία; Να μπορείς να κλείνεις την οθόνη και να νιώθεις γεμάτος. Η επιτυχία στα social media είναι εφήμερη. Η αγάπη για την αισθητική, τη γνώση και την εσωτερική ηρεμία είναι το μόνο πραγματικό κατόρθωμα.
![]() |
| Γραφικοί παραδοσιακοί οικισμοί, πλακόστρωτα σοκάκια και το ενεργό ηφαίστειο |
Η Νίσυρος δεν είναι από εκείνα τα νησιά που θα επιδιώξουν να εντυπωσιάσουν τον επισκέπτη με την κοσμικότητά τους. Είναι ένας τόπος που σε κερδίζει με την ενέργειά του, την απόκοσμη ηρεμία του και την αίσθηση ότι ο χρόνος κυλά με άλλους ρυθμούς. Ένα Σαββατοκύριακο του Φλεβάρη ήταν αρκετό για να αντιληφθώ την άγρια φυσική ομορφιά ενός νησιού που πάλλεται πάνω από έναν ενεργό κρατήρα.
Μανδράκι: Λευκά σοκάκια και ιστορικές αναμνήσεις
Η περιήγηση ξεκινά από το κέντρο του νησιού, το Μανδράκι, με τα γραφικά, κάτασπρα σοκάκια του να σε προσκαλούν για χαλαρή εξερεύνηση. Η ημέρα ξεκινά με τις μυρωδιές από τον φούρνο "Νισυρικές Γεύσεις", ενώ τοπικά μικρά μαγαζιά προσφέρουν μια μεγάλη ποικιλία από σουβενίρ.
Στην καρδιά του οικισμού βρίσκεται η Πλατεία της Ηλικιωμένης. Εκεί που το καλοκαίρι επικρατεί το αδιαχώρητο, τον χειμώνα η ατμόσφαιρα είναι κατανυκτική. Μια στάση στο ιστορικό καφενείο του Αντρίκου αποκαλύπτει έναν χώρο γεμάτο ιστορίες και φωτογραφίες του αλησμόνητου Νίκου Παπάζογλου, ο οποίος σύχναζε στο καφενείο του κουμπάρου του, αφήνοντας το αποτύπωμά του στον χώρο.
Η ανάβαση προς την Παναγία Σπηλιανή είναι επιβελημένη. Είναι χτισμένη σε μια σπηλιά πάνω από το Μανδράκι. Η ανάβαση των σκαλοπατιών που οδηγούν στη Μονή ανταμείβει τον επισκέπτη διπλά: από τη μία η πανοραμική θέα που κόβει την ανάσα και από την άλλη η κατάνυξη στο εσωτερικό της σπηλιάς, όπου φυλάσσεται η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, πόλος έλξης για πιστούς από κάθε γωνιά του κόσμου.
Η Αρχαία Ακρόπολη
Λίγο ψηλότερα, η Αρχαία Ακρόπολη (Παλαιόκαστρο), ένα από τα καλύτερα σωζόμενα οχυρωματικά έργα της αρχαιότητας στο Αιγαίο, προσφέρει μια μοναδική εμπειρία: το βλέμμα αγκαλιάζει όλο το Μανδράκι, ενώ το ηλιοβασίλεμα πάνω από τα αρχαία τείχη χαρίζει χρώματα που μένουν ανεξίτηλα στη μνήμη.
Παραδοσιακοί οικισμοί: Ένα μωσαϊκό εικόνων και γεύσεων
Η εξερεύνηση συνεχίζεται στα γραφικά χωριά και τα παράλια της Νισύρου, εκεί όπου κάθε στάση αποκαλύπτει και μια διαφορετική πτυχή του νησιού. Στα Λουτρά, οι ιστορικές Δημοτικές Λουτρικές Εγκαταστάσεις του 19ου αιώνα αποπνέουν μια νοσταλγική γοητεία, θυμίζοντας την ιαματική παράδοση του τόπου. Το καλοκαίρι η περιοχή σφύζει από ζωή με την τοπική ταβέρνα.
Η διαδρομή συνεχίζεται προς τους Πάλους, ένα γραφικό παραθαλάσσιο ψαροχώρι, ιδανικό για όσους θέλουν να απολαύσουν μια βόλτα ή ένα καλό φαγητό δίπλα στο κύμα. Στον Εμπορειό, οικισμός που μοιάζει να κρέμεται στην πλαγιά, η στάση για φαγητό στην "Απυριά" είναι απαραίτητη, καθώς παραμένει ανοιχτή και τους χειμερινούς μήνες. Ενώ το καλοκαίρι αξίζει μια επίσκεψη για φαγητό και στο "Μπαλκόνι του Εμπορειού" που έχει φοβερή θέα.
Στα Νικιά, η βόλτα ξεκινά από τα στενά σοκάκια, όπου τα σπίτια με τις χρωματιστές λεπτομέρειες δίνουν μια χαρούμενη όψη στον οικισμό. Η διαδρομή οδηγεί σε ένα προνομιακό σημείο με συγκλονιστική, πανοραμική θέα προς την καλντέρα, προτού καταλήξει στην εμβληματική πλατεία «Πόρτα». Εκεί, μια στάση στο ομώνυμο καφέ επιβάλλεται για χαλάρωση με παραδοσιακές γεύσεις, όπως η φημισμένη αχλαδόπιτα, η μηλόπιτα ή το λάβα κέικ. Στον οικισμό ξεχωρίζει το σπίτι του Νίκου Παπάζογλου, με το εμβληματικό κόκκινο μαντήλι ζωγραφισμένο στην πόρτα του. Πραγματικό κόσμημα όμως για τα Νικιά και όλη τη Νίσυρο παραμένει το Ηφαιστειολογικό Μουσείο, ένας σύγχρονος και άρτια οργανωμένος χώρος που αποτελεί την ιδανική εισαγωγή για να κατανοήσει κανείς τη γεωλογική ιστορία της Νισύρου πριν βρεθεί στην «καρδιά» του κρατήρα. Τους χειμερινούς μήνες δεν είναι ανοιχτός.
Στην καρδιά του Ηφαιστείου
Το ταξίδι στη Νίσυρο κορυφώνεται φυσικά με το Ηφαίστειο και την κάθοδο στον επισκέψιμο και ενεργό κρατήρα Στέφανο. Το τοπίο είναι μοναδικό, απόκοσμο, σχεδόν σεληνιακό και η μυρωδιά του θείου γίνεται εντονότερη όσο πλησιάζει κανείς. Η αίσθηση του να περπατάς κυριολεκτικά μέσα σε έναν ενεργό κρατήρα και να βλέπεις να βγαίνει ατμός από τις τρύπες είναι μοναδική.
Η Νίσυρος είναι ένας τόπος που δεν σε εντυπωσιάζει με την κοσμικότητα, αλλά σε δονεί με την ενέργειά της. Είναι το νησί που σε καλεί να περπατήσεις και να ακούσεις την ανάσα του ηφαιστείου κάτω από τα πόδια σου. Ένας must-visit προορισμός για όποιον αναζητά την αυθεντικότητα και την άγρια ομορφιά στα Δωδεκάνησα. Φεύγοντας, δεν παίρνεις μαζί σου απλώς εικόνες, αλλά μια δόση από τη δύναμή της· μια υπενθύμιση πως η καρδιά αυτού του νησιού θα χτυπά πάντα δυνατά. (=& το ταξίδι συνεχίζεται).
Η Νικολέτα Καπίλλα συστήθηκε στο αναγνωστικό κοινό μέσα από το πρώτο βιβλίο με τίτλο «Μια φορά και ένας Ρο!» το οποίο κυκλοφόρησε το 2019 από τις εκδόσεις IWrite. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Επιστημών της Αγωγής του Πανεπιστημίου Κύπρου. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός σε δημοτικά σχολεία της Κύπρου. Η συγγραφέας επανέρχεται δυναμικά με το τρίτο της προσωπικό βιβλίο, υπό τον τίτλο «Επτά συν μια ιστορίες για ένα κορίτσι», το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΒΙΒΛΙΟΥ:
α) Συγγραφέας: Νικολέτα Καπίλλα
β) Τίτλος: Επτά συν μια ιστορίες για ένα κορίτσι
γ) Ημερομηνία Έκδοσης: 2025
δ) Έκδοση: Εκδόσεις Κέδρος
«Επτά συν μια ιστορίες για ένα κορίτσι». Από την αρχή γίνεται σαφές ότι ο τίτλος λειτουργεί σκόπιμα και συμβολικά. Το νέο βιβλίο της συγγραφέας είναι ένα έργο που, με τη ρεαλιστική και ευαίσθητη γραφή του, φέρνει στο φως με τόλμη τις αλήθειες εκείνες που συχνά η κοινωνία μας επιλέγει να αποσιωπά.
Το βιβλίο δεν περιορίζεται στην ατομική διαδρομή ενός κοριτσιού, αλλά γίνεται ο καθρέφτης για κάθε γυναίκα που ήρθε ή έρχεται αντιμέτωπη με τη σκληρή πραγματικότητα της καταπίεσης και του ελέγχου. Οι ιστορίες συνδέονται αριστοτεχνικά μεταξύ τους, διαγράφοντας ένα κοινό αφηγηματικό μονοπάτι όπου η σιωπή, ο φόβος, η ενοχή και ο έλεγχος αποτελούν τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα. Στον πυρήνα αυτών των διηγήσεων βρίσκεται η βία σε όλες της τις εκφάνσεις —είτε αυτή εκδηλώνεται σωματικά και λεκτικά, είτε εισχωρεί πιο ύπουλα ως ψυχολογικός και θεσμικός εξαναγκασμός.
Οι χαρακτήρες που συναντάμε είναι καθοριστικοί: Ένας καθηγητής που παραβιάζει τα όρια. Ένας κακοποιητικός σύντροφος. Μια μητέρα που εγκλωβίζει το παιδί της στα δικά της ανεκπλήρωτα όνειρα. Ένας χειριστικός πατέρας. Ένα βαρήκοο κορίτσι που έρχεται αντιμέτωπο με τη σκληρότητα του bullying. Γύρω από αυτούς τους ήρωες υψώνεται ένας κοινωνικός τοίχος από σιωπή. Πρόκειται για έναν περίγυρο που, άλλοτε από φόβο και άλλοτε από μια βολική αδιαφορία, επιλέγει να στρέφει το βλέμμα αλλού, αρνούμενος να ακούσει την αλήθεια. Με αυτόν τον τρόπο, το κοινωνικό σύστημα γίνεται ο "αόρατος συνεργός" που συντηρεί και αναπαράγει —συχνά με τρόπο συγκαλυμμένο και υπόγειο— τις ανισότητες και τα στερεότυπα που θρέφουν τη βία.
Η συγγραφέας δεν προσεγγίζει τις ηρωίδες της ως μεμονωμένες τραγικές περιπτώσεις, αλλά ως μέλη ενός συστήματος που συχνά ανέχεται την αδικία. Τα κορίτσια των ιστοριών βρίσκουν το σθένος να αντιδράσουν, να σπάσουν το «κουκούλι» της σιωπής και να μιλήσουν.
Το βιβλίο αυτό καταφέρνει κάτι πολύ σημαντικό: μετατρέπει τη συμπόνια σε δύναμη και την απάθεια σε ανάγκη για δράση. Οι ιστορίες του μας παρακινούν να σταματήσουμε να είμαστε απλοί παρατηρητές και να γίνουμε μέρος της λύσης. Βέβαια, επειδή τα θέματα που αγγίζει η συγγραφέας είναι βαθιά και οι συμβολισμοί τους δυνατοί, η ανάγνωση αυτή - ιδανική για εφήβους άνω των 14 ετών - αξίζει να γίνει αφορμή για συζήτηση. Είναι ένα βιβλίο που παίρνει τον πόνο του ενός και τον μετατρέπει σε μια συλλογική φωνή που διεκδικεί την αλλαγή.
Συνοπτικά, το βιβλίο της Νικολέτας Καπίλλας, «Επτά συν μια ιστορίες για ένα κορίτσι», είναι μία δυνατή ιστορία με το μήνυμα της να είναι απολύτως ξεκάθαρο: η έμφυλη βία δεν είναι ένα ατομικό, ιδιωτικό πρόβλημα, αλλά μια βαθιά κοινωνική ευθύνη.
Πλοκή: Επτά συν μία ιστορίες έμφυλης βίας για ένα κορίτσι ή για πολλά κορίτσια. Επτά συν μία ιστορίες που μιλούν για εσένα, για εμένα, για όλες εμάς. Μία αόρατη κόκκινη κλωστή συνδέει τις ιστορίες εννιά κοριτσιών, με τις εξελίξεις στη ζωή της μίας να επηρεάζουν τη ζωή της άλλης, δημιουργώντας μια μορφή σπονδυλωτού μυθιστορήματος. Νίκη, Βανέσα, Στέλλα, Λένα, Μαρία, Σάντρα, Άννα, Χριστίνα, Ρίτα, οι ηρωίδες των οκτώ ιστοριών. Θα μπορούσε να είμαι εγώ ή εσύ, μα κι όλα τα κορίτσια που αγωνιζόμαστε στον στίβο της ζωής προσπαθώντας να βρούμε τον δρόμο μας, να ωριμάσουμε, να δημιουργήσουμε, να αναπτύξουμε την προσωπικότητά μας και να προσδιορίσουμε την ταυτότητά μας, αφήνοντας το δικό μας στίγμα στον κόσμο. Κακοποιητικοί σύντροφοι, καθηγητές που ξεπερνούν τα όρια, δειλοί, αδιάφοροι, χειριστικοί ή καταπιεστικοί γονείς, συμμαθητές και συμμαθήτριες που απειλούν και εκβιάζουν. Και στον αντίποδα, αγόρια που ξέρουν να σέβονται και να υποστηρίζουν τον άλλο ανεξαρτήτως φύλου, αλλά και κορίτσια δυναμικά, που ανακαλύπτουν τον εαυτό τους και δίνουν το μήνυμα της ενδυνάμωσης και της αλληλοϋποστήριξης.

* Η ανάρτηση είναι καθαρά προσωπική γνώμη. Μπορείτε να βρείτε εδώ κι άλλες κριτικές μου σε βιβλία που έχω διαβάσει
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)




.png)






Social Icons