Βασισμένη στα αληθινά γεγονότα που συγκλόνισαν τη χώρα τον Δεκέμβριο του 1992, η σειρά "Ριφιφί" έρχεται να ρίξει φως στο παρασκήνιο της μεγαλύτερης ληστείας τραπεζικών θυρίδων στην Ελλάδα. Μέσα από μια προσεγμένη παραγωγή, παρακολουθούμε το χρονικό ενός εγκλήματος που σχεδιάστηκε με μαθηματική ακρίβεια κάτω από την άσφαλτο της οδού Θησέως, αφήνοντας πίσω του ερωτηματικά που παραμένουν αναπάντητα μέχρι σήμερα.
Η πλοκή μάς μεταφέρει στην καρδιά της Αθήνας των αρχών των 90s. Μια ομάδα ανθρώπων, που φαινομενικά δεν έχουν τίποτα κοινό μεταξύ τους, με
ακρίβεια και απίστευτη υπομονή, σχεδιάζει και εκτελεί ένα αδιανόητο
σχέδιο: το σκάψιμο ενός τούνελ 15 μέτρων κάτω από την οδό Θησέως, που
οδηγεί απευθείας στο θησαυροφυλάκιο της Τράπεζας Εργασίας. Είναι χαρακτήρες διαφορετικοί, με διαφορετικές αφετηρίες και κοινωνικά υπόβαθρα, που όμως ενώνονται κάτω από έναν κοινό σκοπό. Ο καθένας τους κουβαλά μια προσωπική "πληγή", μια ιστορία αδικίας που συνδέεται με το τραπεζικό σύστημα, και το ριφιφί αποτελεί τη δική τους απάντηση απέναντι σε έναν πανίσχυρο εχθρό. Μέσα από το τούνελ των 15 μέτρων, δεν σκάβουν μόνο για τον χρυσό, αλλά και για τη δική τους λύτρωση. Η σειρά ακολουθεί βήμα-βήμα την προετοιμασία, την αγωνία κάτω από τη γη, αλλά και το ανθρωποκυνηγητό που εξαπολύουν οι αρχές όταν ανακαλύπτουν ότι οι δράστες κατάφεραν να παραβιάσουν εκατοντάδες θυρίδες και να διαφύγουν με λεία που ζαλίζει, χωρίς να αφήσουν ίχνη.
Η σειρά των Βασίλη Ρίσβα, Δήμητρα Σακαλή (σενάριο) και Σωτήρη Τσαφούλια (σκηνοθεσία) θυμίζει έντονα το La Casa de Papel, με τους "αδικημένους" να τα βάζουν με το σύστημα. Αξίζει βέβαια να σημειωθεί ότι, ενώ η ισπανική σειρά έγινε παγκόσμιο φαινόμενο σχετικά πρόσφατα, η ελληνική πραγματικότητα είχε ήδη προσφέρει το "τέλειο σενάριο" από το 1992.
Η σκηνοθετική υπογραφή του Σωτήρη Τσαφούλια είναι για ακόμη μια φορά ευδιάκριτη, εξασφαλίζοντας ένα άρτιο οπτικό αποτέλεσμα. Η αναβίωση της δεκαετίας του ’90, η σκηνογραφία και η συνολική αποτύπωση της εποχής κρίνονται εξαιρετικές, ενώ η χρήση των flashbacks γίνεται με ακρίβεια, ενισχύοντας την αφήγηση εκεί που χρειάζεται. Στον τομέα των ερμηνειών, η σειρά επιτυγχάνει μια σπάνια ισορροπία, με το σύνολο του καστ —από τους πρωταγωνιστές μέχρι τους δευτερεύοντες ρόλους— να δίνει καταπληκτικές ερμηνείες. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στην Ευαγγελία Μουμούρη, η οποία εμφανίζεται στον καλύτερο ρόλο της καριέρας της. Επιπλέον, η σειρά δεν περιορίζεται στην αστυνομική πλοκή, αλλά επεκτείνεται σε βαθιά κοινωνικά ζητήματα, θίγοντας θέματα αναπηρίας, υπαρξιακές αναζητήσεις και τη δυσλειτουργία του συστήματος.
Παρά την προσεγμένη παραγωγή, η σειρά φαίνεται να υστερεί σε επίπεδο σασπένς. Καθώς η υπόθεση και η κατάληξή της είναι σε μεγάλο βαθμό γνωστές στο κοινό, η έλλειψη ανατροπών —με εξαίρεση το φινάλε— αφαιρεί μέρος από την αγωνία της θέασης. Επίσης, η μουσική επένδυση χαρακτηρίζεται σε σημεία μονότονη, μην ακολουθώντας πάντα την ένταση των σκηνών. Σε επίπεδο σεναρίου, αν και η μείξη αληθινών γεγονότων και μυθοπλασίας είναι επιτυχημένη, παρατηρούνται κάποιες υπερβολές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η σκηνή όπου οι πρωταγωνιστές, σε μια συνθήκη που θυμίζει "group therapy", αναλύουν τους λόγους που τους ωθούν στο ριφιφί, μια επιλογή που φαντάζει κάπως εξεζητημένη. Τέλος, έντονο προβληματισμό προκαλεί η τάση «αγιοποίησης» των ληστών. Η ηρωική τους παρουσίαση φαίνεται να απέχει σημαντικά από το προφίλ των πραγματικών δραστών, δημιουργώντας μια ηθική απόσταση ανάμεσα στην πραγματικότητα και την τηλεοπτική μεταφορά.
Συνοπτικά το "Ριφιφί" δεν αποτελεί απλώς την αναπαράσταση μιας ληστείας, αλλά μια βουτιά στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’90. Αναβιώνοντας την απίστευτη ιστορία της παραβίασης της Τράπεζας Εργασίας, η σειρά μας θυμίζει πώς μια ομάδα ανθρώπων κατάφερε να σκάψει ένα τούνελ κάτω από τη μύτη των αρχών, στήνοντας ένα "σκηνικό" που θα ζήλευαν και οι καλύτερες ταινίες του Χόλιγουντ.
ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 8/10
TRAILER:







Δημοσίευση σχολίου