Από το Blogger.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Η Ρενέ συστήθηκε στο αναγνωστικό κοινό το 2013, σε ηλικία 18 ετών, με το πρώτο της βιβλίο με τίτλο «Διακριτικά» από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης. Γεννήθηκε το 1994 στην Αθήνα και είναι απόφοιτος του Τμήματος Χημικών Μηχανικών. Το βιβλίο «Τι σημασία έχει ο τίτλος» είναι το δεύτερο βιβλίο της που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Χάρτινη Πόλη.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΒΙΒΛΙΟΥ:
α) Συγγραφέας: Ρενέ Στυλιαρά
β) Τίτλος: Τι σημασία έχει ο τίτλος
γ) Έτος Έκδοσης: 2026
δ) Έκδοση: Εκδόσεις Χάρτινη Πόλη
Η ΑΠΟΨΗ ΜΟΥ: Το όνομα Ρενέ δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Από σοκολατάκια, μπισκότα και μίνι βιβλιαράκια, μέχρι δώρα και στίχους που ταξιδεύουν καθημερινά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, έχει καταφέρει να δημιουργήσει ένα αληθινό love brand με πυρήνα την απόλυτη συναισθηματική έκφραση. Η περίφημη φράση της «για πάντα και λίγο ακόμα» έχει γίνει πλέον ένας μικρός ύμνος. Σε μια εποχή που οι περισσότεροι επιλέγουν τη σιωπή, η Ρενέ δίνει ξανά φωνή σε όσα κρύβουμε μέσα μας, θυμίζοντάς μας πως η αγάπη δεν χρειάζεται αφορμές για να εκφραστεί.
Στο νέο της βιβλίο με τίτλο «Τι σημασία έχει ο τίτλος;», η συγγραφέας καταθέτει μια εξομολογητική ιστορία για έναν έρωτα που αρχικά δεν είχε σκοπό να κυκλοφορήσει: μια βαθιά, ειλικρινή κατάθεση για το πόσο πολύ αγάπησε μια άλλη γυναίκα.
Ήθελα να σου δείξω τον κόσμο όπως δεν σ΄τον έδειξε ποτέ κανείς.
Πρόκειται για μια ιδιαίτερα καλαίσθητη έκδοση, όπου το κείμενο ρέει με σχεδόν ποιητικό ρυθμό. Μικρά κεφάλαια, που ανοίγουν με σύντομα αποφθέγματα και το χαρακτηριστικό logo της συγγραφέως, συνθέτουν ένα ψηφιδωτό συναισθημάτων. Χωρίς την παρουσία ονομάτων ή συγκεκριμένων ημερομηνιών —παρά μόνο με κάποια λεπτά να λειτουργούν ως διακριτικά χρονικά στίγματα— παρακολουθούμε όλη τη διαδρομή: τη γνωριμία, το πρώτο ραντεβού, τις πρώτες αμήχανες λέξεις, το φιλί, τα συναισθήματα, το ταξίδι, την απόσταση και την επικοινωνία.
Είναι μια ευαίσθητη καταγραφή σκέψεων και προβληματισμών γύρω από μια ιστορία αγάπης με γλυκόπικρο φινάλε. Άλλωστε, ο αυθεντικός έρωτας δεν έχει ποτέ πραγματικό τέλος, παρά μόνο αφετηρίες.
Συνοπτικά, το βιβλίο είναι μια πρόσκληση σε ένα ταξίδι συναισθημάτων που διαβάζεται αβίαστα μέσα σε μόλις δύο απογεύματα. Παρόλο που το συγκεκριμένο είδος δεν ανήκει στις συνηθισμένες αναγνωστικές μου επιλογές, οι σελίδες του με κέρδισαν, δεν μου ήταν καθόλου αδιάφορες και κατάφεραν να αφήσουν μια όμορφη, γλυκιά επίγευση.
Πλοκή: Αυτό το βιβλίο δεν προοριζόταν να κυκλοφορήσει. Δεν γράφτηκε με σκοπό να μπει σε ράφια, να καταγραφεί σε καταλόγους ή να αποτιμηθεί. Κυκλοφόρησε μόνο γιατί κάποια πράγματα, όταν υπάρχουν, δεν μπορούν να μένουν εγκλωβισμένα εκεί όπου γράφτηκαν. Δεν είναι όλα τα βιβλία προϊόντα απόφασης. Κάποια είναι παρενέργειες συνάντησης. Αν βρέθηκε στα χέρια σας, δεν σημαίνει ότι σας ανήκει. Σημαίνει μόνο ότι για λίγο σας εμπιστεύτηκε. Ρενέ ♥
* Η ανάρτηση είναι καθαρά προσωπική γνώμη. Μπορείτε να βρείτε εδώ κι άλλες κριτικές μου σε βιβλία που έχω διαβάσει
Η Ματίνα Αποστόλου συστήθηκε στο αναγνωστικό κοινό το 2022 με το πρώτο της βιβλίο με τίτλο «Σωματίδια» (εκδόσεις Ποταμός). Γεννήθηκε το 1980 στην Άρτα και είναι απόφοιτος του Τμήματος Χημικών Μηχανικών. «Οι Ρίζες» είναι το δεύτερο βιβλίο της που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΒΙΒΛΙΟΥ:
α) Συγγραφέας: Ματίνα Αποστόλου
β) Τίτλος: Ρίζες
γ) Έτος Έκδοσης: 2026
δ) Έκδοση: Εκδόσεις Ίκαρος
Η ΑΠΟΨΗ ΜΟΥ: Οι Ρίζες, το δεύτερο συγγραφικό βήμα της Ματίνας Αποστόλου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος, ήταν για μένα μια εξαιρετική πρώτη επαφή με τη γραφή της. Με βρήκε σε μια ιδιαίτερη στιγμή αυτό το βιβλίο: επτά μήνες μετά τη δική μου, νωπή ακόμα, απώλεια· επτά μήνες χωρίς τον δικό μου πατέρα. Η ανάγνωσή του, έπαψε γρήγορα να είναι ένα λογοτεχνικό ανάγνωσμα και μετατράπηκε σε μια βαθιά, βιωματική εμπειρία.
Το βιβλίο πραγματεύεται την απώλεια του Στέλιου. Η συγγραφέας προσεγγίζει το πένθος από διαφορετικές οπτικές γωνίες, μέσα από τις αναμνήσεις και τις σκέψεις τεσσάρων γυναικών της ίδιας οικογένειας: της μάνας-σύζυγος του Στέλιου (Αλέκα), της κόρης (Μάρα), της θείας (Βάσω - αδελφή Αλέκας) και της αδελφής (Άννα). Ο θάνατος του Στέλιου θα ριζώσει διαφορετικά στην ψυχή της κάθε γυναίκας.
το αληθινό κατόρθωμα είναι να συγχωρείς όταν δεν μπορείς να ξεχνάς
Η γραφή της Αποστόλου διακρίνεται για την ατμοσφαιρικότητα, την αμεσότητα και την ψυχολογική της οξύνοια. Πρόκειται για ένα βιβλίο με πολύ γρήγορη ροή που σε παρασύρει από την πρώτη στιγμή. Τα μικρά, κοφτά κεφάλαια δίνουν έναν ζωντανό ρυθμό, ενώ οι αναφορές σε άλλους Έλληνες δημιουργούς στην αρχή κάθε κεφαλαίου λειτουργούν υποδειγματικά: σαν πνευματικές «ρίζες» που σε προετοιμάζουν συναισθηματικά για όσα ακολουθούν. Η Αποστόλου μιλάει ανοιχτά για τους άγραφους "κανόνες" που μας επιβάλλει η κοινωνία όταν πενθούμε: το πώς πρέπει να συμπεριφερόμαστε και πόσο πρέπει να κλάψουμε. Παράλληλα, αποτυπώνει με απλότητα τις πολύ αληθινές, καθημερινές στιγμές—από την προσπάθεια της οικογένειας να δει ένα "σημάδι" από τον άνθρωπό της, μέχρι την πεζή πραγματικότητα όπου ένα φέρετρο δεν χωράει στο ασανσέρ μιας πολυκατοικίας.
Αν και κάθε γυναικεία φωνή εισφέρει το δικό της βάρος, η φωνή της κόρης ήταν εκείνη που με συγκλόνισε περισσότερο. Η συγγραφέας αποτυπώνει με ακρίβεια το κενό που αφήνει η απώλεια του πατέρα, αλλά και την ακύρωση του συμβατικού χρόνου: για την κόρη ο πατέρας δεν μετριέται με χρόνια, είναι «νεαρός, γέρος κι ύστερα πάλι παιδί». Μέσα σε αυτό το τοπίο της θλίψης, η συγγραφέας δίνει έναν από τους ομορφότερους ορισμούς της αγάπης: «Η αγάπη όλα τα ανέχεται, όλα τα πιστεύει, όλα τα ελπίζει, όλα τα υπομένει. Η αγάπη είναι αυτή που βάζει το ένα πόδι μετά το άλλο και τη σηκώνει απ’ το κρεβάτι τα πρωινά».
Πως είσαι σίγουρη ότι πετάς και δεν κρέμεσαι; Πως ξέρεις ότι αυτά που λες σπάγκους δεν είναι οι ρίζες σου που σε κρατάνε να μην πέσεις;
Συνοπτικά «Οι Ρίζες» είναι ένα προσεγμένο, συγκινητικό και ατμοσφαιρικό βιβλίο με γρήγορη ροή, που σε παρασύρει από την πρώτη στιγμή, παρά τη βαριά θεματική του γύρω από την απώλεια και το πένθος. Η Ματίνα Αποστόλου δεν προσφέρει παρηγοριές. Μας θυμίζει όμως ότι το να πενθείς, το να πονάς είναι ο μόνος δρόμος για να τιμήσεις αυτούς που έφυγαν.
Πλοκή: Με αφορμή το θάνατο του πατέρα, οι τέσσερις γυναίκες της οικογένειας συναντιούνται για να προετοιμάσουν την κηδεία του. Μάνα, κόρη, θεία, αδερφή. Καθεμιά κουβαλάει το δικό της μερίδιο αυτής της απώλειας, τη δική της εκδοχή της ιστορίας. Μέσα στα φορτισμένα δωμάτια του πατρικού σπιτιού οι αναμνήσεις τους θα ζωντανέψουν, θα μπλεχτούν μα και θα συγκρουστούν αναδεικνύοντας το χάσμα μεταξύ μνήμης και αλήθειας. Η επώδυνη ενηλικίωση που φέρνει ο γονεϊκός θάνατος, ο χρόνος που χαράζει σώματα και σχέσεις και οι αθέατες ρίζες που μας καθορίζουν γίνονται το κέντρο μιας πολύπτυχης αφήγησης για όσα κληρονομούμε και όσα επιλέγουμε ν’ αφήσουμε πίσω. Ένα τρυφερό μα και σκληρό μυθιστόρημα που διερευνά την έννοια της επιστροφής, τη δυσκολία του αποχαιρετισμού, το πένθος και τη συγχώρεση αλλά και τη στερεότητα της μνήμης ως δομικό υλικό της ζωής..
* Η ανάρτηση είναι καθαρά προσωπική γνώμη. Μπορείτε να βρείτε εδώ κι άλλες κριτικές μου σε βιβλία που έχω διαβάσει
Ο Μίνως Ευσταθιάδης συστήθηκε στο αναγνωστικό κοινό το 2001 με το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Η έξοδος» (εκδόσεις Ανατολικός). Μέχρι σήμερα έχει κυκλοφορήσει έργα, κάποια από τα οποία έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, στα γαλλικά και στα γερμανικά. «Ο Δύτης» κυκλοφόρησε αρχικά το 2018 από τις εκδόσεις Ίκαρος ενώ από το 2025, το βιβλίο επανακυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΒΙΒΛΙΟΥ:
α) Συγγραφέας: Μίνως Ευσταθιάδης
β) Τίτλος: Γκιακ
γ) Έτος Έκδοσης: 2018
δ) Έκδοση: Εκδόσεις Ίκαρος
Η ΑΠΟΨΗ ΜΟΥ: Τα βιβλία του Μίνωα Ευσταθιάδη ήθελα εδώ και καιρό να τα διαβάσω. Η αφορμή για να γνωρίσω τελικά τη γραφή του δόθηκε εντελώς τυχαία: καθώς έψαχνα το γνωστό του μυθιστόρημα «Κβάντι» στα ράφια της δανειστικής δημοτικής βιβλιοθήκης, το μάτι μου έπεσε στον «Δύτη».
Αν βασιζόμουν αποκλειστικά στην πρώτη οπτική εντύπωση, ίσως να μην το είχα επιλέξει. Το εξώφυλλο του βιβλίου δεν είναι από εκείνα που σε «τραβούν» με την πρώτη ματιά. Ωστόσο, το όνομα του συγγραφέα και, κυρίως, η υποσχόμενη πλοκή στο οπισθόφυλλο, ήταν αρκετά για να με πείσουν να το πάρω μαζί μου.
Η πλοκή, η οποία ξετυλίγεται μεταξύ Αμβούργου και Αιγίου, τοποθετείται χρονικά σε μια πολύ συγκεκριμένη και σκοτεινή συγκυρία: στην Ελλάδα του 2017, επτά χρόνια μετά την έναρξη της οικονομικής κρίσης, με τη χώρα να βρίσκεται ακόμη στο «κέντρο του κυκλώνα». Μέσα σε αυτό το φόντο, ο Ευσταθιάδης δεν γράφει απλώς ένα αστυνομικό μυστήριο, αλλά παραδίδει ένα σκληρό κοινωνικό σχόλιο. Όπως διαπιστώνουμε και μέσα από τα λόγια των ίδιων των χαρακτήρων, οι ήρωες κινούνται σε μια Ελλάδα που νοσεί, όντας οι ίδιοι «θύματα ενός ανάλγητου κράτους».
μερικές πληγές μένουν ανοιχτές και γεννάνε το μέλλον
Κεντρικός ήρωας της ιστορίας είναι ο ελληνικής καταγωγής ντετέκτιβ Κρις Πάπας, ο οποίος ζει και εργάζεται τα τελευταία είκοσι χρόνια στο Αμβούργο. Στην τελευταία του υπόθεση, καλείται να παρακολουθήσει τη σύζυγο ενός ηλικιωμένου άντρα. Η αποστολή αυτή, ωστόσο, αποδεικνύεται κάθε άλλο παρά απλή: ο ηλικιωμένος πελάτης —ο οποίος δεν του συστήνεται ποτέ, παρά μόνο του προσφέρει προκαταβολή χίλια ευρώ— εντοπίζεται σύντομα νεκρός.
Τα πράγματα περιπλέκονται ακόμα περισσότερο όταν η υπό παρακολούθηση σύζυγος, η Εύα Ντέμπλιγκ, ταξιδεύει στην Ελλάδα. Ο Κρις Πάπας αναγκάζεται να την ακολουθήσει, επιστρέφοντας έτσι στον τόπο της δικής του καταγωγής, το Αίγιο. Εκεί, έρχεται αντιμέτωπος με τις μνήμες του παρελθόντος, τις ρίζες του, αλλά και την πρόσφατη Ιστορία ολόκληρης της χώρας. Προκειμένου να εντοπίσει τα ίχνη της Εύας, αναγκάζεται να χρησιμοποιήσει ξανά το ελληνικό του όνομα και να πει ψέματα σε όλους, καθώς στην πραγματικότητα δεν γνωρίζει ούτε την ταυτότητα του νεκρού πελάτη του, ούτε ποια ακριβώς είναι η γυναίκα που ψάχνει.
Το μυστήριο κορυφώνεται όταν η Εύα Ντέμπλιγκ βρίσκεται νεκρή στην ελληνική θάλασσα. Ήταν ατύχημα ή μια καλά σχεδιασμένη δολοφονία; Ο Κρις Πάπας πρέπει να βρει άμεσα τον ένοχο, παλεύοντας ταυτόχρονα με ένα βαθιά προσωπικό του αδιέξοδο: το γεγονός ότι νιώθει πλέον ξένος και ανεπιθύμητος και στις δύο χώρες όπου μεγάλωσε.
το ψέμα αποτελεί κομμάτι της αλήθειας
Η γραφή του Ευσταθιάδη είναι ιδιαίτερη, λυρική και ταυτόχρονα άμεση. Ο τρόπος που ξεκινά την ιστορία προκαλεί μια έντονη ανυπομονησία, ενώ τα μικρά κεφάλαια εξασφαλίζουν γρήγορο ρυθμό και κάνουν την ανάγνωση άκρως απολαυστική. Είναι σαφές ότι ο συγγραφέας επιλέγει να μην ακολουθήσει την πεπατημένη των κλασικών αστυνομικών βιβλίων· αντίθετα, ποτίζει την πλοκή με μια διάχυτη μελαγχολία, χτίζοντας ένα σκηνικό γεμάτο μυστικά του παρελθόντος, μυστηριώδεις σχέσεις και ανατροπές. Ιδιαίτερα ευφυής και καλοδουλεμένη είναι επίσης η σύνδεση της πλοκής με την τραγωδία του «Αγαμέμνονα» του Αισχύλου.
Από τη μέση του βιβλίου και μετά, ωστόσο, υπάρχουν κάποια σημεία που ενδέχεται να κουράσουν τον αναγνώστη. Οι ρόλοι των θυτών και των θυμάτων αρχίζουν να μπερδεύονται, καθώς όλοι οι χαρακτήρες —αν και εξαιρετικά σκιαγραφημένοι— παλεύουν με τους δικούς τους εσωτερικούς δαίμονες και τις αμαρτίες του παρελθόντος. Παρά την περιστασιακή αυτή κάμψη, η αγωνία και η περιέργεια για την εξιχνίαση των φόνων κρατούν τα ηνία. Αναρωτιέσαι διαρκώς: «Πού μπορεί να φτάσει ένας άνθρωπος;» Η ένταση κορυφώνεται σταδιακά και όλα τα διάσπαρτα κομμάτια του παζλ ενώνονται με επιτυχία στο φινάλε.
Συνοπτικά «Ο Δύτης» είναι ένα αστυνομικό έργο που ξεχωρίζει από όσα έχουμε συνηθίσει. Πέρα από το μυστήριο, ο Ευσταθιάδης χρησιμοποιεί τους ήρωές του για να θίξει ευαίσθητα κοινωνικά ζητήματα, όπως αυτό της ανεργίας στην Ελλάδα της κρίσης, αλλά και το θέμα της αναπηρίας, αποτυπώνοντας με βαθιά ενσυναίσθηση το ασήκωτο βάρος που συχνά σηκώνει ο γονιός ενός παιδιού με ειδικές ανάγκες. Ο Μίνως Ευσταθιάδης δεν προσφέρει απλώς μια ιστορία μυστηρίου, αλλά μια βαθιά βουτιά στα σκοτεινά νερά της ανθρώπινης ψυχής και της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας.
Πλοκή: Όλοι φοράνε τις μάσκες τους, το φως υποχωρεί. Όλοι εκτός από έναν, που πάντα παραμένει αθέατος. Οι εντολές ακούγονται ξεκάθαρα, για λίγο στέκονται απολύτως ακίνητοι. Κάποιος θα νόμιζε ότι προσεύχονται. Κι όμως. Μια περιπλάνηση που αρχίζει από το νυχτερινό Αμβούργο για να καταλήξει στον βυθό της ελληνικής θάλασσας. Η αλυσίδα διαδοχικών αυτοκτονιών και ανεξήγητων θανάτων περιστρέφεται γύρω από μια ταινία διάρκειας λίγων λεπτών. Μέσα της ξαναζωντανεύει «Ο Δύτης». Ο ντετέκτιβ Κρις Πάπας θα αναγκαστεί να την παρακολουθήσει για να καταλάβει. Κάποιες φορές το ταξίδι στο παρελθόν δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια βουτιά στον πυρήνα της φρίκης. Εκεί όπου η πραγματικότητα υπερβαίνει την ανθρώπινη φαντασία..
* Η ανάρτηση είναι καθαρά προσωπική γνώμη. Μπορείτε να βρείτε εδώ κι άλλες κριτικές μου σε βιβλία που έχω διαβάσει
Ο Δημοσθένης Παπαμάρκος συστήθηκε στο αναγνωστικό κοινό το 1998 με το βιβλίο «Η αδελφότητα του πυριτίου» (εκδόσεις Αρμός). Έχοντας στο ενεργητικό του μυθιστορήματα και συλλογές διηγημάτων, ο Παπαμάρκος έχει δει το έργο του –συμπεριλαμβανομένης και της ποίησής του– να μεταφράζεται στα αγγλικά, γαλλικά και ρωσικά. Το «Γκιακ» κυκλοφόρησε αρχικά το 2014 από τις εκδόσεις Αντίποδες και γνώρισε σπουδαία υποδοχή, κερδίζοντας την επόμενη χρονιά το Βραβείο Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών και το Βραβείο Διηγήματος του περιοδικού "Ο Αναγνώστης". Από το 2020, το εμβληματικό αυτό βιβλίο επανακυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΒΙΒΛΙΟΥ:
α) Συγγραφέας: Δημοσθένης Παπαμάρκος
β) Τίτλος: Γκιακ
γ) Έτος Έκδοσης: 2014
δ) Έκδοση: Εκδόσεις Αντίποδες
Η ΑΠΟΨΗ ΜΟΥ: Το "Γκιακ" ήταν ένα βιβλίο που ήθελα από καιρό να διαβάσω και η τύχη το έφερε να το εντοπίσω στην αρχική του έκδοση, στα ράφια της δανειστικής δημοτικής βιβλιοθήκης. Αυτή η ολιγοσέλιδη, βραβευμένη συλλογή διηγημάτων αποδείχθηκε ένα αυθεντικό λογοτεχνικό διαμάντι. Μπορεί να άργησα να το διαβάσω, αλλά δικαιωματικά παίρνει μια θέση στα καλύτερα βιβλία της φετινής χρονιάς.
Η επιλογή του τίτλου δεν είναι τυχαία, καθώς η αρβανίτικη λέξη "Γκιακ" αποτελεί μια λέξη-κλειδί γεμάτη πολλαπλά νοήματα, γύρω από τα οποία περιστρέφεται ο κεντρικός άξονας του βιβλίου. Όπως εξηγεί ο συγγραφέας στο σημείωμά του στο τέλος, "Γκιακ" σημαίνει αίμα. Το αίμα της συγγένειας, το αίμα της εκδίκησης και το αίμα του φόνου. Αυτή η αιματηρή θεματική αποτυπώνεται ιδανικά και στο άκρως συμβολικό εξώφυλλο. Το έντονο κόκκινο χρώμα στον τίτλο παραπέμπει ευθέως στο αίμα που κυλάει ασταμάτητα στις σελίδες του, ενώ η απεικόνιση των ταύρων σε μια συμπλοκή φέρνει στον νου μια αρχέγονη πάλη. Όλα αυτά εισαγουν τον αναγνώστη στο σύμπαν των διηγημάτων.
το να σκοτώνεις έχει κι αυτό ομορφιά. Αλλά είναι όμορφο μονάχα όταν είναι χρήσιμο
Η συλλογή περιλαμβάνει εννέα διηγήματα· εννέα ιστορίες ανθρώπων της υπαίθρου που κουβαλούν πάνω τους το αίμα του πολέμου. Οι κεντρικοί ήρωες είναι στρατιώτες που επιστρέφουν στο χωριό τους μετά τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Άνθρωποι απλοί, που δρουν και αντιδρούν με βάση το ένστικτο.
Σε όλες τις ιστορίες, ο συγγραφέας επιλέγει να μην αναλώνεται σε μεγάλες εισαγωγές και περιγραφές. Μπαίνει κατευθείαν στο "ψητό" –ή καλύτερα, στο αίμα. Κάθε διήγημα έχει έναν κεντρικό αφηγητή που λέει τη δική του αλήθεια, δημιουργώντας μια αποπνικτική οικειότητα.
Η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι λαϊκή και ιδιωματική, δίνοντας απόλυτη αυθεντικότητα στους ήρωες, ενώ η ίδια η αφήγηση είναι σύντομη. Παράλληλα, οι τίτλοι των διηγημάτων είναι δυνατοί, πρωτότυποι και μας μεταφέρουν αμέσως στον τόπο και το κλίμα του βιβλίου. Προετοιμάζουν τον αναγνώστη ότι δεν θα συναντήσει μια "καθωσπρέπει" λογοτεχνία, αλλά μια γραφή που μυρίζει μπαρούτι, χώμα και κρασί. Είναι τίτλοι που ζητούν από τον αναγνώστη να "σκύψει" με προσοχή πάνω από το κείμενο για να τους αποκωδικοποιήσει, κάνοντας ακριβώς το ίδιο και με τις ψυχές των ηρώων.
οι χειρότεροι δαιμόνιοι είναι οι άνθρωποι....
Προσωπικά, βρήκα εξαιρετικά όλα τα διηγήματα της συλλογής, καθώς το καθένα έχει τη δική του ξεχωριστή δύναμη. Ωστόσο, αν έπρεπε να ξεχωρίσω κάποια, αυτά θα ήταν σίγουρα "Ο Αρραβώνας" και το "Γυάλινο Μάτι".
Συνοπτικά το «Γκιακ» είναι ένα συγκλονιστικό βιβλίο που μέσα σε λίγες μόνο σελίδες καταφέρνει να πει τόσα πολλά και να αγγίξει μεγάλα θέματα. Μέσα από τις ιστορίες του, ο συγγραφέας ταξιδεύει τον αναγνώστη σε άλλες εποχές, με διαφορετικά ήθη και έθιμα, ενώ παράλληλα μιλάει για τη λαϊκή παράδοση, τη θρησκεία, την ξενιτιά, το βάρος του χρέους, την τιμή, τον πόνο και τον θάνατο.
Πλοκή: Οι ήρωες των διηγημάτων του Γκιακ, στρατιώτες που πολέμησαν στη μικρασιατική εκστρατεία, έρχονται αντιμέτωποι με τους ρόλους που τους επιβάλλουν οι παραδοσιακοί κανόνες και το βίωμα του πολέμου. Συγκρούονται, υποτάσσονται, ζουν εν κρυπτώ ή φεύγουν. Το γκιακ είναι το αίμα, ο συγγενικός δεσμός και ο νόμος του αίματος που σκιάζει τις ζωές τους. Με έναν τραχύ προφορικό λόγο, οι ιστορίες τους αφηγούνται την απώλεια προσανατολισμού, την αδυναμία τους να συμβιβάσουν τους κώδικες της παράδοσης με τα συναισθήματα και τη συνείδησή τους. O Δημοσθένης Παπαμάρκος, με τα οκτώ διηγήματα και την παραλογή αυτής της υποβλητικής συλλογής, αξιοποιεί τη λογοτεχνική δύναμη της προφορικότητας και της παράδοσης, για να οικοδομήσει μια μοντέρνα σύνθεση. Τα διηγήματα του Γκιακ συγκροτούν προοδευτικά μια ενιαία εικόνα, σαν θραύσματα ενός μυθιστορήματος που φωτίζει λοξά μια καθοριστική στιγμή της ελληνικής ιστορίας.
_______________________________________________
* Η ανάρτηση είναι καθαρά προσωπική γνώμη. Μπορείτε να βρείτε εδώ κι άλλες κριτικές μου σε βιβλία που έχω διαβάσει
Ο Νίκος Δαββέτας συστήθηκε στο αναγνωστικό κοινό το 1995 με το πεζογραφικό του ντεμπούτο «Το κίτρινο σκοτάδι του Βαν Γκογκ» (εκδόσεις Κέδρος). Έκτοτε, έχει διαγράψει μια σημαντική πορεία στα ελληνικά γράμματα με πολυάριθμα μυθιστορήματα και ποιητικές συλλογές, αρκετά εκ των οποίων έχουν τιμηθεί με σημαντικά βραβεία και έχουν μεταφραστεί στις κυριότερες ευρωπαϊκές γλώσσες. Το τελευταίο του βιβλίο υπό τον τίτλο «Η δεσμοφύλακας», το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΒΙΒΛΙΟΥ:
α) Συγγραφέας: Νίκος Δαββέτας
β) Τίτλος: Η δεσμοφύλακας
γ) Έτος Έκδοσης: 2025
δ) Έκδοση: Εκδόσεις Πατάκη
Η ΑΠΟΨΗ ΜΟΥ: Εντόπισα τη "Δεσμοφύλακα" στα ράφια της δανειστικής βιβλιοθήκης και, με την παρότρυνση του βιβλιοθηκονόμου, αποφάσισα να δώσω μια ευκαιρία. Αν και ήταν η πρώτη μου επαφή με το έργο του Νίκου Δαββέτα, η γνωριμία μου με τον συγγραφέα ξεκίνησε με τον καλύτερο τρόπο. Τελικώς, αυτό το μικρό βιβλίο των 150 περίπου σελίδων αποδείχθηκε ένα πραγματικό λογοτεχνικό "διαμαντάκι". Πυκνό, ουσιαστικό και βαθιά διεισδυτικό, κέρδισε επάξια μια θέση ανάμεσα στα καλύτερα βιβλία που έχω διαβάσει για το 2026, αποδεικνύοντας πως η αξία ενός έργου δεν κρίνεται από τον όγκο του, αλλά από το αποτύπωμα που αφήνει στον αναγνώστη.
Το εξώφυλλο του βιβλίου, είναι εξαιρετικά καλαίσθητο. Η εικόνα μιας γυναίκας που κοιτάζει μέσα από ένα μικρό παράθυρο με κάγκελα αποδίδει τέλεια την ουσία της ιστορίας. Αντικατοπτρίζει τόσο τον επαγγελματικό βίο της ηρωίδας όσο και τον εγκλεισμό που επιβάλλει η ίδια η ασθένεια του Alzheimer — μια φυλακή του μυαλού από την οποία δεν υπάρχει διαφυγή. Είναι μια εικόνα που σε προετοιμάζει για τη μελαγχολία αλλά και τη δύναμη των όσων θα διαβάσεις.
Ο Νίκος Δαββέτας χτίζει ένα έργο με ισχυρό αυτοβιογραφικό πυρήνα, ισορροπώντας αριστοτεχνικά ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη μυθοπλασία. Το κεντρικό θέμα είναι η επώδυνη εξερεύνηση της σχέσης του με τη μητέρα του, η οποία πάσχει από Alzheimer. ο συγγραφέας παρακολουθεί τη μητέρα του να "χάνεται" στο παρόν, ενώ την ίδια στιγμή την ακούει να "ζωντανεύει" με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες το παρελθόν της. Μας μεταφέρει στον σκληρό επαγγελματικό της κόσμο, στις φυλακές Αβέρωφ και Κορυδαλλού, όπου υπηρέτησε ως δεσμοφύλακας και αργότερα ως αρχιφύλακας γυναικών. Μαθαίνουμε για τον σκληρό κόσμο των γυναικείων φυλακών και για το πώς ήταν να είσαι γυναίκα σε μια τέτοια θέση στην Ελλάδα του τότε. Μέσα από αυτή την τραγική συνθήκη, συντελείται μια ειρωνική αντιστροφή των ρόλων: ο γιος γίνεται τώρα ο "δεσμοφύλακας" της ίδιας του της μητέρας, φυλακισμένος και ο ίδιος στη φροντίδα μιας γυναίκας που υπήρξε το σύμβολο του νόμου και της επιβολής.
Η μνήμη ορίζει τα πάντα. Χωρίς αυτή είμαστε κάτι το άχρηστο, το άγνωστο, το απροσπέλαστο, πλατσουρίζουμε γυμνοί πάνω από την άβυσσο.
Το βιβλίο είναι μικρό και διαβάζεται γρήγορα, καθώς αποτελείται από σύντομα κεφάλαια, με τίτλους που σε προετοιμάζουν για όσα θα ακολουθήσουν. Η γλώσσα του Δαββέτα είναι κοφτερή και ιδιαίτερη, αφού καταφέρνει να συνδυάζει την ποίηση με τον σαρκασμό και ένα λεπτό χιούμορ. Μέσα από αυτές τις σελίδες, ο συγγραφέας δεν περιγράφει μόνο την πορεία της μητέρας του προς το τέλος, αλλά και τη δική του ζωή. Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι διαχειρίζεται ένα τόσο δύσκολο θέμα με ηρεμία, χωρίς να πέφτει σε μελοδραματισμούς.
Συνοπτικά «Η δεσμοφύλακας» του Νίκου Δαββέτα είναι ένα βιβλίο που μιλά για τη μνήμη που σβήνει και την αγάπη που μένει, υπενθυμίζοντάς μας πως το χρέος απέναντι στους δικούς μας ανθρώπους είναι ίσως ο πιο δυνατός δεσμός. Ένα συγκλονιστικό αυτοβιογραφικό αφήγημα που σε κερδίζει από την πρώτη σελίδα. Χωρίς περιττά λόγια και μελοδραματισμούς, πρόκειται για έναν αποχαιρετισμό γραμμένο με αλήθεια. Ένα ανάγνωσμα για όσους αγαπούν τα κείμενα που τολμούν να κοιτάξουν κατάματα την ασθένεια και την ανθρώπινη απώλεια.
Πλοκή: Όταν η νόσος του Αλτσχάιμερ είχε καταβάλει πλήρως τη μητέρα μου, εκείνη εξακολουθούσε να θυμάται με τον δικό της τρόπο τα χρόνια που υπηρετούσε ως σωφρονιστική υπάλληλος στις γυναικείες φυλακές Αβέρωφ και Κορυδαλλού. Μπορεί να μη θυμόταν ποιος ήμουν, πού ζούσε και σε ποια εποχή, όμως ανέφερε συχνά, με τα μικρά τους ονόματα, δεκάδες κρατούμενες, ποινικές και πολιτικές, με τις οποίες είχε συγχρωτιστεί. Και όσο εκείνη ξαναζούσε «τα χρόνια του καθήκοντος», ως δεσμοφύλακας, αναγκαστικά τα ξαναζούσα κι εγώ, καθώς η παιδική μου ηλικία είχε σημαδευτεί από διαδοχικές επισκέψεις «στη δουλειά της μαμάς». Το κοινό μας ταξίδι ως το αναπότρεπτο τέλος της, οι παραληρηματικοί μονόλογοι και οι καθημερινοί μας διάλογοι, μέσα από τον παραμορφωτικό φακό της ασθένειας, διασώθηκαν σε δυο πυκνογραμμένα τετράδια. Τώρα, δεν ξέρω αν συνιστούν μια εξομολόγηση μεταμφιεσμένη σε μυθοπλασία ή μυθοπλασία μεταμφιεσμένη σε αυτοβιογραφική εξομολόγηση. Ν.Δ.
_______________________________________________
* Η ανάρτηση είναι καθαρά προσωπική γνώμη. Μπορείτε να βρείτε εδώ κι άλλες κριτικές μου σε βιβλία που έχω διαβάσει
Η αξία ενός βιβλίου δεν κρύβεται στα likes, αλλά στις στιγμές που νιώθεις διαβάζοντάς το — ακόμα κι αν δεν τις δει κανείς άλλος. Μια προσωπική εξομολόγηση για την πορεία μου από το 2014 μέχρι σήμερα, τη φωτογραφία και την ελευθερία του να επιλέγεις τις προτεραιότητές σου.
Πριν από περίπου 14 χρόνια, οι φωτογραφίες βιβλίων στο Instagram δεν είχαν «φίλτρα» στρατηγικής. Δεν υπήρχαν οι Book Influencers (άνθρωποι που προωθούν και προτείνουν βιβλία), ούτε η αγωνία για το αν ένας εκδοτικός οίκος θα προσέξει την αλληλεπίδραση που έχουν οι αναρτήσεις μας. Υπήρχε μόνο η χαρά του να μοιράζεσαι μια καλή ιστορία, με τον πιο απλό και αυθόρμητο τρόπο.
Τότε όλο αυτό το λεξιλόγιο που σήμερα θεωρείται δεδομένο, απλώς δεν υπήρχε. Λέξεις όπως Engagement, Reach, Post και Followers εδραιώθηκαν στην καθημερινότητά μας μόλις τα τελευταία χρόνια. Το Bookstagram μεταμορφώθηκε από μια αυθόρμητη κοινότητα σε έναν χώρο όπου η ορολογία του μάρκετινγκ συχνά επισκιάζει την ίδια την ανάγνωση.
Ξεκίνησα το 2014, χτίζοντας τα πάντα, από το μηδέν, μόνη μου, χωρίς να ζητήσω υποστήριξη. Όταν όλα ήταν πιο απλά. Τότε οι λογαριασμοί ήταν λίγοι, οι φωτογραφίες ήταν πιο αυθόρμητες και δεν υπήρχε η έννοια του «book influencer».
Είδα τη βιβλιοφιλική κοινότητα να γεννιέται, να ανθίζει και, τελικά, να αλλάζει πρόσωπο. Σήμερα, βλέπω συχνά μια βιτρίνα όπου τα ίδια και τα ίδια βιβλία ανακυκλώνονται για χάρη του αλγορίθμου, ενώ «διαμάντια» μένουν στο σκοτάδι επειδή δεν συνοδεύονται από μια δωρεάν αποστολή ή μια υποσχόμενη συνεργασία.
Το «δωρεάν βιβλίο» έγινε για πολλούς το μοναδικό κίνητρο. Όμως, στην πορεία, χάθηκε κάτι πολύτιμο: η κριτική σκέψη και η προσωπική ταυτότητα. Όταν η επιτυχία μετριέται με followers και στατιστικά, η ανάγνωση παύει να είναι απόλαυση και γίνεται εργασία.
Πολλές φορές οι άνθρωποι που επηρέασαν πραγματικά άλλους αναγνώστες δεν ήταν αυτοί με τους περισσότερους followers.
Πριν από τέσσερα χρόνια, αποφάσισα να τραβήξω μια κόκκινη γραμμή. Δεν ήταν κούραση από το βιβλίο, αλλά από το "σύστημα" γύρω από αυτό. Έβαλα προτεραιότητες: Την ψυχική μου ηρεμία πάνω από τα στατιστικά. Την προσωπική μου ζωή πάνω από το τέλειο post. Την αυθεντικότητα πάνω από τις δημόσιες σχέσεις. Τη σχέση μου με τον βιβλιοπώλη πάνω από την απρόσωπη κατανάλωση. Την επίσκεψη στο βιβλιοπωλείο πάνω από την αναμονή ενός δέματος.
Σήμερα, διαβάζω λιγότερο, αλλά ίσως πιο ουσιαστικά. Συνεχίζω να στηρίζω το βιβλιοπωλείο της γειτονιάς μου, όπως με στήριξε κι εκείνο. Γιατί η πραγματική βιβλιοφιλία δεν κρύβεται στα δωρεάν δέματα, αλλά στη σχέση που χτίζεις με τον βιβλιοπώλη σου και στο συναίσθημα που σου αφήνει μια πρόταση που έγινε από καρδιάς, όχι από υποχρέωση.
Αυτή η αποστασιοποίηση από το κυνήγι των αριθμών δεν ήταν μια υποχώρηση, αλλά μια επιστροφή στον εαυτό μου. Χρειαζόμουν τον χώρο και τον χρόνο για να δω τον κόσμο πέρα από το κάδρο μιας στημένης φωτογραφίας βιβλίου. Έτσι, η ανάγκη μου για έκφραση βρήκε μια νέα διέξοδο, πιο ελεύθερη και πιο προσωπική.
Η φωτογραφία μου εξελίχθηκε μέσα από μαθήματα και αναζητήσεις, βγήκε έξω από τους τέσσερις τοίχους μιας βιβλιοθήκης και ταξίδεψε σε νέους τόπους. Οι εικόνες μου πλέον δεν είναι απλά «περιεχόμενο»· μοιάζουν με σελίδες από ιστορίες τόπων.
Κάποιες φορές ένα βιβλίο και μια φωτογραφία συναντιούνται ξανά, σαν δύο διαφορετικοί τρόποι να αφηγηθεί κανείς τον κόσμο. Τελικά, ίσως αυτό που έχει σημασία δεν είναι οι αριθμοί ούτε η ορατότητα. Είναι να παραμένει ζωντανή η αυθεντική σχέση με όσα αγαπάμε: ένα βιβλίο, μια εικόνα, ένα ταξίδι, μια στιγμή που αξίζει να τη μοιραστείς — έστω κι αν δεν την δει κανείς.
Στο τέλος, δεν έχουν σημασία τα στατιστικά ούτε η προβολή. Σημασία έχουν οι στιγμές που νιώθεις, οι ιστορίες που αγαπάς και οι μικρές λεπτομέρειες που μένουν μαζί σου, ακόμα κι αν κανείς άλλος δεν τις βλέπει. Αυτή είναι η δική μου επιτυχία!!!
Τελικά, τι έχει σημασία; Να μπορείς να κλείνεις την οθόνη και να νιώθεις γεμάτος. Η επιτυχία στα social media είναι εφήμερη. Η αγάπη για την αισθητική, τη γνώση και την εσωτερική ηρεμία είναι το μόνο πραγματικό κατόρθωμα.
Η Νικολέτα Καπίλλα συστήθηκε στο αναγνωστικό κοινό μέσα από το πρώτο βιβλίο με τίτλο «Μια φορά και ένας Ρο!» το οποίο κυκλοφόρησε το 2019 από τις εκδόσεις IWrite. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Επιστημών της Αγωγής του Πανεπιστημίου Κύπρου. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός σε δημοτικά σχολεία της Κύπρου. Η συγγραφέας επανέρχεται δυναμικά με το τρίτο της προσωπικό βιβλίο, υπό τον τίτλο «Επτά συν μια ιστορίες για ένα κορίτσι», το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΒΙΒΛΙΟΥ:
α) Συγγραφέας: Νικολέτα Καπίλλα
β) Τίτλος: Επτά συν μια ιστορίες για ένα κορίτσι
γ) Ημερομηνία Έκδοσης: 2025
δ) Έκδοση: Εκδόσεις Κέδρος
«Επτά συν μια ιστορίες για ένα κορίτσι». Από την αρχή γίνεται σαφές ότι ο τίτλος λειτουργεί σκόπιμα και συμβολικά. Το νέο βιβλίο της συγγραφέας είναι ένα έργο που, με τη ρεαλιστική και ευαίσθητη γραφή του, φέρνει στο φως με τόλμη τις αλήθειες εκείνες που συχνά η κοινωνία μας επιλέγει να αποσιωπά.
Το βιβλίο δεν περιορίζεται στην ατομική διαδρομή ενός κοριτσιού, αλλά γίνεται ο καθρέφτης για κάθε γυναίκα που ήρθε ή έρχεται αντιμέτωπη με τη σκληρή πραγματικότητα της καταπίεσης και του ελέγχου. Οι ιστορίες συνδέονται αριστοτεχνικά μεταξύ τους, διαγράφοντας ένα κοινό αφηγηματικό μονοπάτι όπου η σιωπή, ο φόβος, η ενοχή και ο έλεγχος αποτελούν τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα. Στον πυρήνα αυτών των διηγήσεων βρίσκεται η βία σε όλες της τις εκφάνσεις —είτε αυτή εκδηλώνεται σωματικά και λεκτικά, είτε εισχωρεί πιο ύπουλα ως ψυχολογικός και θεσμικός εξαναγκασμός.
Οι χαρακτήρες που συναντάμε είναι καθοριστικοί: Ένας καθηγητής που παραβιάζει τα όρια. Ένας κακοποιητικός σύντροφος. Μια μητέρα που εγκλωβίζει το παιδί της στα δικά της ανεκπλήρωτα όνειρα. Ένας χειριστικός πατέρας. Ένα βαρήκοο κορίτσι που έρχεται αντιμέτωπο με τη σκληρότητα του bullying. Γύρω από αυτούς τους ήρωες υψώνεται ένας κοινωνικός τοίχος από σιωπή. Πρόκειται για έναν περίγυρο που, άλλοτε από φόβο και άλλοτε από μια βολική αδιαφορία, επιλέγει να στρέφει το βλέμμα αλλού, αρνούμενος να ακούσει την αλήθεια. Με αυτόν τον τρόπο, το κοινωνικό σύστημα γίνεται ο "αόρατος συνεργός" που συντηρεί και αναπαράγει —συχνά με τρόπο συγκαλυμμένο και υπόγειο— τις ανισότητες και τα στερεότυπα που θρέφουν τη βία.
Η συγγραφέας δεν προσεγγίζει τις ηρωίδες της ως μεμονωμένες τραγικές περιπτώσεις, αλλά ως μέλη ενός συστήματος που συχνά ανέχεται την αδικία. Τα κορίτσια των ιστοριών βρίσκουν το σθένος να αντιδράσουν, να σπάσουν το «κουκούλι» της σιωπής και να μιλήσουν.
Το βιβλίο αυτό καταφέρνει κάτι πολύ σημαντικό: μετατρέπει τη συμπόνια σε δύναμη και την απάθεια σε ανάγκη για δράση. Οι ιστορίες του μας παρακινούν να σταματήσουμε να είμαστε απλοί παρατηρητές και να γίνουμε μέρος της λύσης. Βέβαια, επειδή τα θέματα που αγγίζει η συγγραφέας είναι βαθιά και οι συμβολισμοί τους δυνατοί, η ανάγνωση αυτή - ιδανική για εφήβους άνω των 14 ετών - αξίζει να γίνει αφορμή για συζήτηση. Είναι ένα βιβλίο που παίρνει τον πόνο του ενός και τον μετατρέπει σε μια συλλογική φωνή που διεκδικεί την αλλαγή.
Συνοπτικά, το βιβλίο της Νικολέτας Καπίλλας, «Επτά συν μια ιστορίες για ένα κορίτσι», είναι μία δυνατή ιστορία με το μήνυμα της να είναι απολύτως ξεκάθαρο: η έμφυλη βία δεν είναι ένα ατομικό, ιδιωτικό πρόβλημα, αλλά μια βαθιά κοινωνική ευθύνη.
Πλοκή: Επτά συν μία ιστορίες έμφυλης βίας για ένα κορίτσι ή για πολλά κορίτσια. Επτά συν μία ιστορίες που μιλούν για εσένα, για εμένα, για όλες εμάς. Μία αόρατη κόκκινη κλωστή συνδέει τις ιστορίες εννιά κοριτσιών, με τις εξελίξεις στη ζωή της μίας να επηρεάζουν τη ζωή της άλλης, δημιουργώντας μια μορφή σπονδυλωτού μυθιστορήματος. Νίκη, Βανέσα, Στέλλα, Λένα, Μαρία, Σάντρα, Άννα, Χριστίνα, Ρίτα, οι ηρωίδες των οκτώ ιστοριών. Θα μπορούσε να είμαι εγώ ή εσύ, μα κι όλα τα κορίτσια που αγωνιζόμαστε στον στίβο της ζωής προσπαθώντας να βρούμε τον δρόμο μας, να ωριμάσουμε, να δημιουργήσουμε, να αναπτύξουμε την προσωπικότητά μας και να προσδιορίσουμε την ταυτότητά μας, αφήνοντας το δικό μας στίγμα στον κόσμο. Κακοποιητικοί σύντροφοι, καθηγητές που ξεπερνούν τα όρια, δειλοί, αδιάφοροι, χειριστικοί ή καταπιεστικοί γονείς, συμμαθητές και συμμαθήτριες που απειλούν και εκβιάζουν. Και στον αντίποδα, αγόρια που ξέρουν να σέβονται και να υποστηρίζουν τον άλλο ανεξαρτήτως φύλου, αλλά και κορίτσια δυναμικά, που ανακαλύπτουν τον εαυτό τους και δίνουν το μήνυμα της ενδυνάμωσης και της αλληλοϋποστήριξης.

* Η ανάρτηση είναι καθαρά προσωπική γνώμη. Μπορείτε να βρείτε εδώ κι άλλες κριτικές μου σε βιβλία που έχω διαβάσει
Η Μαριάνα Γιαννέλη συστήνεται στο αναγνωστικό κοινό μέσα από το πρώτο της παιδικό βιβλίο με τίτλο «Κοίτα ψηλά, πέτα μακριά» το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΖΤ. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Κοινωνικής Πολιτικής της Σχολής Δημόσιας Διοίκησης του Δ.Π.Θ., με μακροχρόνια επαγγελματική εμπειρία στους δημοτικούς παιδικούς σταθμούς της Αλεξανδρούπολης.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΒΙΒΛΙΟΥ:
α) Συγγραφέας: Μαριάνα Γιαννέλη
β) Τίτλος: Κοίτα ψηλά, πέτα μακριά
γ) Ημερομηνία Έκδοσης: 2025
δ) Έκδοση: Εκδόσεις ΖΤ
Πάντα μου είναι δύσκολο να γράφω μια βιβλιοπαρουσίαση. Πόσο μάλλον όταν το βιβλίο αυτό προέρχεται από τα χέρια ενός αγαπημένου προσώπου που γνωρίζω χρόνια, όπως η Μαριάνα Γιαννέλη. Η αλήθεια είναι ότι είχα την τύχη να διαβάσω το "Κοίτα ψηλά, πέτα μακριά" πριν καν φτάσει στην τελική εκτύπωση και η χαρά, διαβάζοντας την τόσο όμορφη ιστορία, ήταν μεγάλη.
Η συγγραφέας στην αρχή του βιβλίου αναφέρεται ρητά στη δύναμη του παραμυθιού, εξηγώντας πόσο σημαντικό είναι αυτό για την αυτοπεποίθηση και την ολοκλήρωση της προσωπικότητας του παιδιού. Δεν πρόκειται λοιπόν απλώς για μια τρυφερή ιστορία με πρωταγωνιστές χαριτωμένα ζωάκια αλλά να δώσει ένα σημαντικό μάθημα: ότι η δύναμή μας δεν βρίσκεται στην εξωτερική μας επιτυχία, αλλά στην πίστη σε αυτό που είμαστε.
Η αγάπη προς τον εαυτό μας, μάς δίνει φτερά να πετάξουμε ψηλά και να καταφέρουμε όσα νομίζαμε πως δεν μπορούμε
Ο ήρωάς μας, το αρκουδάκι Μπέρυ, παρόλο που είναι ο καλύτερος μαθητής και αγαπητός σε όλους, κρύβει μέσα του μια μεγάλη ανασφάλεια. Φοβάται ότι «δεν μπορεί να τα καταφέρει». Οι χαρακτήρες του βιβλίου είναι καθοριστικοί: Η δασκάλα Φώφη η λαγουδίνα χρησιμοποιεί τη θετική ενίσχυση ("Μπράβο Μπέρυ μου"), για να θεραπεύσει την εσωτερική ανασφάλεια του αρκουδιού. Η Βάγια η κουκουβάγια έρχεται ως η σοφή φιγούρα για να δώσει τη βαθύτερη απάντηση. Η οικογένεια (μαμά κυρία αρκουδίτσα, μπαμπάς αρκούδος) και οι φίλοι (Λούη, Τόμυ, Τέντυ, Τέτη) συμπληρώνουν το πλαίσιο της ζωής του Μπέρυ.
Ο τίτλος, "Κοίτα ψηλά, πέτα μακριά", είναι από μόνος του μια υπόσχεση και ένα ερέθισμα. Λειτουργεί ως μια δυνατή μεταφορά για τη φιλοδοξία, την υπέρβαση των ορίων και την απελευθέρωση από τις ανασφάλειες. Το βασικό μήνυμα της ιστορίας, το «Πίστεψε στον εαυτό σου», γίνεται απολύτως κατανοητό. Δεν δίνεται με διδακτικό τρόπο, αλλά μέσα από τον ζεστό διάλογο και τις πανέμορφες και απαλές εικόνες της Μαρίας Κουκουνάρα που σου κλέβουν την καρδιά.
Βέβαια, οι πιο σύνθετες και μαγικές μεταφορές – όπως αυτή με το φεγγάρι και τα αστέρια, σε μια από τις σελίδες – ίσως χρειαστούν μια μικρή εξήγηση από τον γονέα.
Όλα (τα αστεράκια) νιώθουν σημαντικά, δεν το βάζουν κάτω, πιστεύουν στον εαυτό τους ότι βοηθούν το φεγγάρι.
Σε όλα αυτά έρχεται να προστεθεί η απλή και ευαίσθητη γραφή της συγγραφέας. Η ιστορία έχει μια σωστή και λειτουργική δομή, καθώς η συγγραφέας κινείται μεθοδικά: από την αναγνώριση ενός σύνθετου συναισθηματικού προβλήματος (το θλιμμένο αρκουδάκι) οδηγεί στην παροχή μιας απλής, αλλά ανακουφιστικής απάντησης (η σοφία της κουκουβάγιας).
Για τους μικρούς φίλους, στο τέλος του βιβλίου υπάρχουν και δραστηριότητες, μετατρέποντας την ανάγνωση σε διαδραστική διαδικασία ενίσχυσης της αυτοεκτίμησης!
Συνοπτικά, το βιβλίο της Γιαννέλη «Κοίτα ψηλά, πέτα μακριά» είναι μία όμορφη ιστορία που έρχεται να μας υπενθυμίσει με τον πιο τρυφερό τρόπο ότι όλοι έχουμε αξία και πως η μεγαλύτερη περιπέτεια είναι να πιστέψουμε στον εαυτό μας..
Πλοκή: Ο Μπέρυ, ο ήρωας του παραμυθιού, το πιο γλυκό αρκουδάκι του δάσους χάνει την αυτοπεποίθησή του και νιώθει ότι δεν μπορεί να πετύχει. Όμως εκεί ψηλά ένα μικρό αστεράκι του χαμογελά…και τότε όλα αλλάζουν… Μέσα από μια τρυφερή ιστορία γεμάτη φως, το παραμύθι “ΚΟΙΤΑ ΨΗΛΑ ΠΕΤΑ ΜΑΚΡΙΑ” επιθυμεί να αγκαλιάσει τις παιδικές ψυχές και να τις βοηθήσει να ανακαλύψουν την δύναμη που έχουν μέσα τους. Ένα παραμύθι για την πίστη, την ελπίδα, την υποστήριξη των αγαπημένων μας ανθρώπων και την μαγεία που συμβαίνει όταν τολμάμε να κοιτάξουμε ΨΗΛΑ. Γιατί όλοι έχουμε μέσα μας ένα μικρό αστέρι, αρκεί να κοιτάξουμε ΨΗΛΑ!

* Η ανάρτηση είναι καθαρά προσωπική γνώμη. Μπορείτε να βρείτε εδώ κι άλλες κριτικές μου σε βιβλία που έχω διαβάσει

Η Εύη Δουργούτη επιστρέφει δυναμικά στη λογοτεχνία με το νέο της μυθιστόρημα «Η Οργή που Ματώνει τη Μέρα», ένα έργο που συνδυάζει μυστήριο, ψυχολογικό βάθος και κοινωνικούς προβληματισμούς. Με καταγωγή από τον Έβρο, η συγγραφέας έχει ήδη αφήσει το αποτύπωμά της με τρία προηγούμενα βιβλία — δύο για ενήλικες και ένα παιδικό — τα οποία κυκλοφόρησαν από άλλο εκδοτικό οίκο. Στο νέο της έργο, μας μεταφέρει στην Ορεινή Αρκαδία της δεκαετίας του ’80, όπου μια σειρά από ανατροπές και μυστικά υφαίνουν την πλοκή. Με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου, μιλήσαμε μαζί της για τις πηγές έμπνευσης, τις προκλήσεις της συγγραφής και την προσωπική της διαδρομή.
«Η Οργή που Ματώνει τη μέρα» αποτελεί το τρίτο σας προσωπικό μυθιστόρημα που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Έξη. Πως γεννήθηκε η ιδέα της ιστορίας;
Το συγκεκριμένο βιβλίο «γεννήθηκε» από έναν εφιάλτη που είδα κάπου το 2019. Ήταν ένα έντονο όνειρο, τόσο ζωντανό που χαράχτηκε στο μυαλό μου για μέρες. Εκείνη την περίοδο πειραματιζόμουν με διάφορες ιδέες αναζητώντας την έμπνευση για ένα νέο μυθιστόρημα. Εντελώς αυθόρμητα δοκίμασα να αναπτύξω και αυτή τη σκέψη. Και κάπως έτσι, χωρίς να το καταλάβω, άρχισε να παίρνει μορφή το βιβλίο που κρατάμε σήμερα στα χέρια μας. Δεν ήταν εξαρχής η πρόθεσή μου να γράψω για μια γυναικοκτονία, όμως μετά τον εφιάλτη αυτό, είχα ξεκάθαρη εικόνα της κεντρικής υπόθεσης.
Η Ορεινή Αρκαδία της δεκαετίας του ΄80 είναι το σκηνικό που διαδραματίζεται ένα μέρος της ιστορίας σας. Γιατί επιλέξατε αυτήν την εποχή και αυτόν τον τόπο;
Επέλεξα την Ορεινή Αρκαδία γιατί είναι από τα αγαπημένα μου μέρη και έχει για εμένα μια γοητεία αλλιώτικη. Ήθελα να αποτυπώσω έναν τόπο όπου ο χρόνος κυλά διαφορετικά, όπου οι άνθρωποι ζουν κοντά στη φύση αλλά και στις δικές τους ιστορίες και προκλήσεις. Η δεκαετία του ’80 προσφέρει επίσης ένα πλαίσιο διαφορετικό από το σήμερα, με τα γεγονότα, τις συνήθειες και τις μικρές καθημερινές στιγμές που καθόρισαν τότε την καθημερινότητα. Ο τόπος και ο χρόνος γίνονται σχεδόν χαρακτήρες που επηρεάζουν τις ιστορίες των ηρώων και την ατμόσφαιρα της αφήγησης.
Το μυθιστόρημα συνδυάζει δυο χρονικές περιόδους και δείχνει πως το παρελθόν επηρεάζει το παρόν. Υπήρξαν προκλήσεις στη διαχείριση αυτής της δομής;
Ναι, η διαχείριση δύο χρονικών περιόδων αποτέλεσε μια ιδιαίτερη πρόκληση κυρίως σε ό,τι αφορά τη ροή και τη συνοχή της αφήγησης. Ήθελα οι δύο ιστορίες να συνομιλούν χωρίς να μπερδεύονται, να φωτίζει η μία την άλλη. Κι αυτό απαιτούσε προσοχή στη δομή, στον ρυθμό και στη συναισθηματική ισορροπία. Ήταν μια απαιτητική αλλά και γοητευτική διαδικασία γιατί μέσα από αυτήν συνειδητοποίησα πως, όσο κι αν αλλάζουν οι εποχές, τα ανθρώπινα ένστικτα και οι ανάγκες παραμένουν τα ίδια.
Πόσος χρόνος χρειάστηκε για την ολοκλήρωση του βιβλίου;
Χρειάστηκαν περίπου 2 χρόνια! Η συγκεκριμένη ιστορία παρέμεινε στο συρτάρι για πάρα πολύ καιρό, αφού το ολοκλήρωσα το 2021. Στεναχωρήθηκα, θύμωσα, απελπίστηκα και τη στιγμή που αισθάνθηκα πως θα παραιτηθώ από την προσπάθεια και πως αυτή η ιστορία θα μείνει τελικά σ’ εκείνο το σκοτεινό συρτάρι, ως δια μαγείας, όλα ανατράπηκαν.
Πείτε μας λίγα λόγια για το βιβλίο και τους χαρακτήρες του.
Η γυναικοκτονία είναι ο πυρήνας γύρω από τον οποίο περιστρέφεται ολόκληρο το σύμπαν της αφήγησης. Το έγκλημα λειτουργεί σαν σεισμός, και οι μετασεισμοί του (τα αποτελέσματα που αφήνει πίσω του) διαρκούν για δεκαετίες. Η νεαρή κοπέλα βιάζεται και δολοφονείται από πέντε αγόρια, που δεν είναι ξένοι, αλλά μέλη της ίδιας κοινότητας. Η βία υπάρχει μέσα στον ίδιο μας τον κοινωνικό ιστό. Ο ήρωας επιστρέφει 40 χρόνια μετά για να ξεθάψει ένα μυστικό, όχι μόνο για να αποδοθούν ευθύνες, αλλά και για να ακουστεί μια φωνή που είχε θαφτεί. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς «ποιος το έκανε;», αλλά «γιατί σωπάσαμε;».
Οι χαρακτήρες προσπάθησα να έχουν κάτι το οικείο. Θα μπορούσαν να είναι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, πρόσωπα που συναντάμε καθημερινά, κουβαλώντας ο καθένας τη δική του ιστορία, τις πληγές και τα όνειρά του. Όλοι φέρουν τον δικό τους σταυρό: άλλος βαρύτερο, άλλος πιο διαχειρίσιμο. Κουβαλούν σκοτάδια, μυστικά και τραύματα και παλεύουν με τους προσωπικούς τους δαίμονες κι αυτό τους κάνει πραγματικούς, ανθρώπινους, και οικείους στον αναγνώστη.
Τα προηγούμενα τρία βιβλία σας κυκλοφόρησαν από άλλο εκδοτικό. Σας επηρέασε αυτή η αλλαγή στο ύφος και στην θεματική του νέου σας βιβλίου;
Κάθε συνεργασία αφήνει το αποτύπωμά της όμως το ύφος και η θεματική μου εξελίσσονται κυρίως μέσα από την προσωπική μου πορεία. Επομένως η αλλαγή εκδοτικού δεν υπήρξε ο λόγος της αλλαγής στο ύφος μου. Περισσότερο αντικατοπτρίζει μια δική μου φυσική εξέλιξη. Με τα χρόνια τα ερεθίσματα αλλάζουν, μαθαίνεις νέα πράγματα, ωριμάζεις ως άνθρωπος και ως δημιουργός. Έτσι, κάθε βιβλίο γίνεται ένα βήμα που φέρνει κάθε συγγραφέα πιο κοντά στον «σημερινό» του εαυτό.
Υπάρχει κάποια σκηνή στο βιβλίο που σας δυσκόλεψε κατά την συγγραφή της; Σίγουρα η σκηνή του βιασμού ήταν πολύ δύσκολη αλλά ακόμα πιο απαιτητικές ήταν οι σκηνές των εγκλημάτων συνολικά. Το να μπορέσω να μπω στο μυαλό του δολοφόνου και να αποδώσω με ακρίβεια τη σκέψη και τη συμπεριφορά του χωρίς να γλιστρήσω σε υπερβολές ήταν μεγάλη πρόκληση. Ήθελα να δείξω την αλήθεια της πράξης αλλά με σεβασμό στην τραγικότητα της κατάστασης και στο συναίσθημα των αναγνωστών.
Τί θα θέλατε να κρατήσουν οι αναγνώστες από την «Οργή που ματώνει την μέρα» αφού το ολοκληρώσουν;
Θα ήθελα οι αναγνώστες να κρατήσουν την αίσθηση ότι η σιωπή και η ανοχή έχουν συνέπειες και ότι τα τραύματα του παρελθόντος συνεχίζουν να επηρεάζουν το παρόν, γι’ αυτό οφείλουμε να τα αντιμετωπίζουμε και να τα γιατρεύουμε. Ελπίζω να σκεφτούν την ανάγκη για δικαιοσύνη, για αλήθεια αλλά και τη δύναμη της φωνής που δεν πρέπει να σωπαίνει.
Πως βιώνετε την επικοινωνία με τους αναγνώστες σας; Υπήρξε κάποιο σχόλιο ή μήνυμα που σας έκανε να δείτε διαφορετικά τη συγγραφή;
Η επικοινωνία με τους αναγνώστες είναι για εμένα από τα πιο πολύτιμα κομμάτια της συγγραφής. Μέσα από τα μηνύματα και τις συζητήσεις μαζί τους βλέπω πώς ένα κείμενο που ξεκίνησε ως προσωπική ανάγκη, μπορεί να αγγίξει διαφορετικούς ανθρώπους με διαφορετικό για τον καθένα τρόπο. Κάποια σχόλια με έχουν συγκινήσει βαθιά γιατί μου θύμισαν ότι η γραφή συνεχίζει να έχει νόημα μόνο όταν συναντά τον άλλον. Δεν θα έλεγα ότι με έκαναν να αλλάξω τον τρόπο που γράφω αλλά σίγουρα με βοήθησαν να δω πιο καθαρά γιατί γράφω.
Υπάρχουν επόμενα συγγραφικά σχέδια που θα θέλατε να μοιραστείτε;
Ναι, υπάρχουν δύο ανολοκλήρωτα μυθιστορήματα τα οποία δουλεύω αυτή την περίοδο. Προχωρούν αργά, με τον ρυθμό που χρειάζονται, γιατί κάθε ιστορία χρειάζεται τον δικό της χρόνο για να ωριμάσει. Είναι λοιπόν νωρίς για να αποκαλύψω λεπτομέρειες, μπορώ όμως να πω πως και τα δύο κουβαλούν κάτι διαφορετικό από ό,τι έχω γράψει μέχρι σήμερα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

.png)
















Social Icons